Lade Inhalt...

ΛΟΓΓΙΝΟΣ ΚΑΙ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ: Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ

Hausarbeit 2010 22 Seiten

Geschichte - Weltgeschichte - Allgemeines / Vergleiche

Leseprobe

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ.

1. Εισαγωγή.

2. Η Λογοτεχνική Θεωρία στο περί Ύψους του Λογγίνου. Οι πέντε πηγές της υψηγορίας. Η γλώσσα και το ύφος.

3. Η Λογοτεχνική Θεωρία και κριτική στην Καινή Διαθήκη. Η κριτική κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και η σύγχρονη κριτική. Η γλώσσα και το ύφος.

4. Επίλογος.

Εισαγωγή.

Η λογοτεχνική κριτική είναι παρούσα στην ιστορία των γραμμάτων ήδη από την εποχή του Αριστοτέλη. Έργο του κριτικού είναι να αναλύει διάφορες πλευρές της δομής ενός έργου για να δείξει τι προάγει και τι εμποδίζει την δημιουργία της τραγικής απόλαυσης.[1] Σκοπός της κριτικής είναι λοιπόν η ανάδειξη μιας εντέλειας, μιας κίνησης δηλαδή προς ολοκλήρωση του καλλιτεχνικού έργου. Αρχές οι οποίες οδηγούν στην εντέλεια είναι η ενότητα, η πλοκή, η δομή και η συνοχή.

Άρα υπάρχουν κάποια διϋποκειμενικά κριτήρια αξιολόγησης ενός λογοτεχνικού έργου το οποίο σύμφωνα με τον Αριστοτέλη πρέπει να οδηγεί οπωσδήποτε στην «θεραπεία» της ψυχής. Η αισθητική αρτιότητα ενός έργου ταυτίζεται με την ηθική τελειότητα.

Στην μεταβατική περίοδο από τον ρωμαϊκό κλασικισμό μέχρι τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες επικράτησε ένα συγκριτιστικό πνεύμα που επηρέασε και τα γράμματα. Γνωστικιστικά και μυστικιστικά ρεύματα κυριαρχούσαν στην επικράτεια της Pax Romana. Φιλοσοφικά κινήματα όπως ο Νεοπλατωνισμός αναδύονταν στο προσκήνιο. Ο Πλωτίνος ήταν ο πιο επιφανής και πρωτότυπος νεοπλατωνιστής.[2] Κεντρική θέση στο σύστημα του Πλωτίνου κατείχε η μεταφυσική σύλληψη του Ενός, του Νου και της Ψυχής του παντός ως μιας Τριάδος η οποία συγκροτεί το Ον από το οποίο εκπορεύεται οντολογικώς και αχρονικώς το καθετί.

Για τον Πλωτίνο το κάλλος, το ωραίον έγκειται στη συμμετρία των μερών. Αυτή η συμμετρία αποτελεί κριτήριο του υψηλού, με την έννοια ότι δεν συνίσταται στην αρμονία και στις σωστές αναλογίες αλλά στην ιδέα η οποία συνέχει το όλο καλλιτεχνικό- λογοτεχνικό έργο.

Η ίδια ιδέα της κίνησης προς το Αγαθό, το Επέκεινα, στο πλαίσιο της αισθητικής της ύστατης αρχαιότητας εκδηλώνεται στο δοκίμιο του Λογγίνου «περί Ύψους» το οποίο γράφτηκε ακολουθώντας τις ιδιοτυπίες της Κοινής. Στον κοινό αυτό τόπο, τη γλώσσα και τις ιδιομορφίες όπως και το ύφος, θα εστιάσουμε την περιήγησή μας στα κείμενα του περί Ύψους και της Καινής Διαθήκης, μάλλον επιγραμματικά λόγω βέβαια της φύσης της παρούσης εργασίας.

Το πολύ ζωντανό βιβλίο «περί Ύψους» είναι ένα παιδαγωγικό βιβλίο το οποίο πιθανότατα γράφτηκε μεταξύ 1ου και 2ου αιώνα μ. X. Την συγκεκριμένη εποχή η δεύτερη σοφιστική βρισκόταν στο απόγειο της ακμής της. Τον 3ο αιώνα η Pax Romana είχε ήδη καταρρεύσει. Ο Λογγίνος, υποτιθέμενος από την μέχρι τώρα έρευνα συγγραφέας του «περί Ύψους» ενδιαφέρεται να δώσει συμβουλές στον φίλο του για την συγγραφή ενός λογοτεχνικού έργου. Καταδεικνύει ως το απόλυτο κριτήριο ποιότητας ενός έργου το ‘Υψος.

Η Καινή Διαθήκη αντίστοιχα είναι ένα σύνολο επιμέρους βιβλίων τα οποία γράφτηκαν κατά τον 1ο αιώνα μ. X.[3] και γίνονται αποδεκτά ως θεόπνευστα από τον Χριστιανισμό στο πέρασμα των αιώνων. Τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης περιγράφουν το έργο και τη ζωή του Χριστού, του θεμελιωτή της Χριστιανικής Εκκλησίας. Γράφτηκαν στην Κοινή υπο διάφορες επιδράσεις και μορφές, αποτελούν δε μια ιδιαίτερη μορφή της Κοινής.

Το «περί Ύψους» του Λογγίνου είναι ένα βιβλίο λογοτεχνικής κριτικής. Για την Καινή Διαθήκη συνεγράφησαν αμέτρητα έργα που άπτονται της κριτικής των κειμένων, της γλώσσας και του ύφους του περιεχομένου τους. Η κριτική αυτή αρχίζει από την ερμηνευτική παράδοση της Αλεξανδρινής Σχολής του 2ου και 3ου αιώνα μ.

X.[4] και φθάνει ως τις ημέρες μας επηρεαζόμενη από διάφορα φιλοσοφικά και λογοτεχνικά ρεύματα. Στα επόμενα τρία κεφάλαια θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε την διάρθρωση αυτής της σχέσης μεταξύ των δύο βιβλίων πάντοτε στο πλαίσιο των κριτηρίων της λογοτεχνικής θεωρίας όπως αυτά εξελίσσονται και διαφοροποιούνται προϊόντος του χρόνου.

Η λογοτεχνική κριτική είναι παρούσα πολύ πριν την συγγραφή των βιβλίων της Καινής Διαθήκης[5]. Τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε άνθηση ακολουθώντας την ανάπτυξη της ιστορικο - κριτικής μεθόδου. Μπορούμε όμως να πούμε ότι αυτού του είδους η λογοτεχνική κριτική έκανε την εμφάνισή της από την εποχή του Αριστοτέλους - όπως σημειώσαμε και στην αρχή- αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε για την συγκριτική λογοτεχνική ανάλυση των βιβλίων της Καινής Διαθήκης και της σχέσης τους με άλλα λογοτεχνικά κείμενα τουλάχιστον μέχρι την εμφάνιση κριτικών όπως ο E. Auerbach.[6]

Ήδη από τον 18ο αιώνα η λογοτεχνική κριτική κυριαρχήθηκε από το ρεύμα που θα εξελισσόταν στο κίνημα του ιστορισμού τον 19ο αιώνα. Η ερμηνεία του κειμένου ταυτίσθηκε με την ερμηνεία του πολιτιστικού περιβάλλοντος στο οποίο κάνει την εμφάνισή του. Η λογοτεχνική κριτική ξεκινούσε από την ιστορική έρευνα για την περιρέουσα ατμόσφαιρα του κειμένου.

Πέρα από τη μέθοδο του ιστορισμού για την λογοτεχνική κριτική, η δομική προσέγγιση αποτέλεσε τον 20ο αιώνα μια ενδιαφέρουσα προοπτική] της κριτικής του κειμένου της Καινής Διαθήκης. Ο δομισμός επικεντρώνεται στην τελική μορφή που λαμβάνει το κείμενο.

Στο σημείο αυτό θεωρώ ότι ήρθε η ώρα να αναρωτηθούμε: ποια είναι η πραγματική αξία της λογοτεχνικής κριτικής; Η αξία της έγκειται στο ότι βοηθά τους επιστήμονες να συνειδητοποιήσουν τις πλευρές ενός κειμένου οι οποίες μένουν εν κρυπτώ. Εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο αρθρώνει τα κριτήρια της υψηγορίας ο Λογγίνος και μεταφέροντας το σκεπτικό του στην λογοτεχνική προσέγγιση των βιβλίων της Καινής Διαθήκης, μπορούμε να διακρίνουμε τα «κρυμμένα» στοιχεία πίσω από την γλώσσα, το ύφος, την σύνταξη και το λεξιλόγιο των εν λόγω βιβλίων καθώς και να συγκρίνουμε δύο παραδόσεις λογοτεχνικής κριτικής. Την Λογγίνειο παράδοση και την παράδοση της κριτικής της Καινής Διαθήκης ανά τους αιώνες.

Η επαναξιολόγηση και επανερμηνεία των δύο αυτών κειμένων υπο το πρίσμα τόσο των σύγχρονων προς αυτά όσο και των νεότερων παραδόσεων της λογοτεχνικής θεωρίας αποτελεί κάτι το αναπόφευκτο. Στο πλαίσιο αυτής της δυναμικής διαδικασίας ο αναγνώστης έρχεται σε διάλογο με τα κείμενα. Ο κριτικός της λογοτεχνίας μπορεί να δει πίσω από τις λέξεις τα μηνύματά τους. Η υποκειμενική ερμηνεία του κειμένου παίζει σημαντικό ρόλο στην λογοτεχνική κριτική.

Αντικειμενικός στόχος λοιπόν κάθε εργασίας η οποία αφορά στην κριτική αυτού του είδους είναι η διευκόλυνση του διϋποκειμενικού διαλόγου μεταξύ υποκειμενικών ερμηνειών. Υποκειμενική θα είναι και η σύγκριση την οποία θα επιχειρήσω σε πολύ αδρές γραμμές πόσο μάλλον όταν συγκρίνει κανείς δύο κείμενα για τα οποία έχουν γραφτεί πάρα πολλά ανά τους αιώνες.

Η Λογοτεχνική Θεωρία στο περί Ύψους του Λογγίνου. Οι πέντε πηγές της υψηγορίας. Η γλώσσα και το ύφος.

Ο Λογγίνος γράφει το περί Ύψους με στόχο την υπόδειξη συγκεκριμένων κριτηρίων κριτικής του υψηλού χαρακτήρα ενός λογοτεχνικού έργου. Είναι αυτά τα κριτήρια χαρακτηριστικά της αρτιότητας ενός έργου; Ο Λογγίνος θεωρεί ότι παρόλο που μπορεί ένας να διαθέτει φυσικά χαρίσματα του λόγου, θα πρέπει να ασκείται και να πειθαρχεί εαυτόν συνεχώς ώστε να μην διαπράττει λάθη.

Έχουμε την σύνθεση εγγενών ιδιοτήτων του δημιουργού και επίκτητων ιδιοτήτων που αναδεικνύονται κατόπιν ασκήσεως. Ο Λογγίνος κάνει λόγο με σαφήνεια για τις περίφημες πέντε πηγές της υψηγορίας. Αυτές είναι «η ικανότητα να συλλαμβάνει ο δημιουργός πρωτότυπες και εντυπωσιακές σκέψεις και η ισχυρή συγκίνηση που δονεί την ψυχή του»[7] φυσικά χαρίσματα του συγγραφέα καθώς και «ορισμένα σχήματα διανοίας και λέξεως, το προσεκτικά επιλεγμένο λεκτικό και η σύνταξη των λέξεων και παραστάσεων, η ευφωνία, ο ρυθμός και γενικά ο αρμονικός και καλαίσθητος συνδυασμός όλων των προηγούμενων στοιχείων».[8]

Τι σημαίνει όμως «ύψος»; Υπάρχει η έννοια της υπεροχής στην λέξη αυτή. Ο υπερέχων, ο υψηγόρης[9] μιλάει με αυτοπεποίθηση. Το ύψος όμως είναι και υπεροχή των λόγων. Η υπεροχή αυτή αφορά την τελείωση, την κορύφωση ενός στοιχείου του λόγου, μιας φράσης ή μιας περιόδου.

Η γλώσσα μας αντανακλά την σκέψη μας, άρα το υψηλό δεν αφορά μόνο στη δομή, στο ύφος και στη γλώσσα ενός λογοτεχνικού έργου αλλά και στο περιεχόμενο νόημα του κειμένου. Μια λέξη, επί παραδείγματι, εννοιολογείται από κατηγορίες όπως το νόημα, την συναισθηματική φόρτιση που αποπνέει, τον τόνο και το ύφος της καθώς και το σκοπό για τον οποίο γράφεται. Όταν ασχολούμαστε με την λογοτεχνική κριτική κρίνουμε τα υπέρ και τα κατά ενός έργου της τέχνης του λόγου. Ο Λογγίνος συνέγραψε ένα από τα πρώτα έργα κριτικής και προέβαλε την έννοια του Ύψους, το οποίο «μπορεί να εμφανισθεί σε μια σκέψη πρωτότυπη, σε μια συγκίνηση εκλεκτή, σε μια εναργή προσωποποίηση, σε μια κινδυνώδη μεταφορά, σε ένα σχήμα λόγου, σε μια επιτυχή επισύνθεση στοιχείων, σε μια περίοδο ή φράση ή και λέξη ακόμη. Το κριτήριο είναι ένα: αν το λεχθέν εκστασιάζει τον αναγνώστη τότε είναι υψηλό».[10]

Στο σημείο αυτό τίθεται το ερώτημα: Υπάρχουν πολλές προσεγγίσεις όσον αφορά στην αξιολόγηση ενός λογοτεχνικού έργου;

Θεωρώ ότι υφίστανται διάφορα είδη κριτικών ερμηνειών των έργων. Η φορμαλιστική προσέγγιση, η κοινωνιολογική, η ψυχολογική ακόμη και η ηθική. Οι οπτικές γωνίες προσέγγισης της λογοτεχνίας αναπτύχθηκαν στο πέρασμα των αιώνων. Ο Λογγίνος θεωρεί ότι ο συγγραφέας που προσπαθεί να φθάσει το λογοτεχνικό ύψος θα πρέπει αφενός μεν να είναι ηθική προσωπικότητα αφετέρου δε να διαπνέεται από ελευθεροφροσύνη και γενναιότητα. «...τίνα, φήσεις, τρόπον' γέγραφά που και ετέρωθι το τοιούτον' μεγαλοφροσύνης απήχημα»[11]

«Το ύψος είναι η ηχώ μιας μεγάλης ψυχής», γράφει ο Λογγίνος. Η Τέχνη επιδρά μέσω ηθικών χαρακτήρων. Άλλοι συγγραφείς, όπως ο Όμηρος, ο Πίνδαρος και ο Σοφοκλής αναδείχθηκαν όχι μόνο επειδή συνέθεσαν μεγαλειώδη έργα αλλά επειδή είδαν τον κόσμο διαφορετικά από τους άλλους συγγραφείς. «Το ύψος των συγγραφέων αυτού του αναστήματος τους αναβιβάζει κοντά στον μεγάλο θεϊκό νου».[12] Το βιβλίο του Λογγίνου αυτό ακριβώς θέλει να καταδείξει: Το γενικότερο μήνυμα που πηγάζει από όλο το κείμενο, πέρα από την λεπτομερή αναφορά των

[...]


[1] Beardsley C. Monroe, “Ιστορία των Αισθητικών Θεωριών”, εκδ. ΝΕΦΕΛΗ, 1989, σελ 57.

[2] Διονυσίου Λογγίνου, «Περί Ύψους», ερμηνευτική έκδοση Ι. Κοπιδάκη, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο Κρήτης, 1990, σσ: 24 - 27.

[3] Αγουρίδου Σάββα, «Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη», εκδ. ΓΡΗΓΟΡΗ, Αθήνα 1991, βλέπε: Εισαγωγή.

[4] Υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ της γλώσσας του Φίλωνα του Αλεξανδρέα και του Λογγίνου.

[5] Nathaniel White, “Literary Criticism”, Gardney - Webb University, North Caroline, 2004.

[6] О Erich Auerbach στην ενδιαφέρουσα εργασία του για την «Μίμηση» επέλεξε τη περίφημη άρνηση του Χριστού από τον μαθητή του Πέτρο ως στοιχείο παραβολής της Καινής Διαθήκης με τις Ιστορίες του Τάκιτου. Αναλύοντας τα δύο κείμενα κατέδειξε ότι η αρχαία παράδοση του διαχωρισμού τραγικού και κωμικού ύφους ήταν κάτι περισσότερο από μια σύμβαση αισθητικού και υφολογικού χαρακτήρα. Βλέπε περισσότερα στο : Beardsley, William A. “Literary Criticism of the New Testament” , Philadelphia, Fortress Press, 1972.

[7] Διονυσίου Λογγίνου, αυτόθι, σελ 19.

[8] Διονυσίου Λογγίνου, αυτόθι, σελ 19.

[9] Διονυσίου Λογγίνου, αυτόθι, σελ 33.

[10] Διονυσίου Λογγίνου, αυτόθι, σελ 34.

[11] Διονυσίου Λογγίνου, αυτόθι, σελ 81.

[12] “The Cambridge History of Literary Criticism” Volume 1, Classical Criticism, edited by G. Kennedy, Cambridge University Press, 1989.

Details

Seiten
22
Jahr
2010
Dateigröße
522 KB
Sprache
Griechisch
Katalognummer
v173901
Institution / Hochschule
National & Kapodistrian University of Athens
Note

Autor

Teilen

Zurück

Titel: ΛΟΓΓΙΝΟΣ ΚΑΙ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ: Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ