Lade Inhalt...

Ο Σερβικός Εθνικισμός από το 1878 έως το 2006

Seminararbeit 2011 39 Seiten

Politik - Internationale Politik - Region: Südosteuropa, Balkan

Leseprobe

Inhaltsverzeichnis

1. Ορισμός, εννοιολόγηση και διαμεσολαβήσεις του εθνικισμού.

2. Ιστορικό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο του Σερβικού Εθνικισμού

3. Οι κατηγορίες και οι τυπολογίες του Σερβικού Εθνικισμού. Η εφαρμογή τους στη θρησκεία.

4. Το μέλλον του Σερβικού Εθνικισμού

5. Βιβλιογραφία

1. Ορισμός, εννοιολόγηση και διαμεσολαβήσεις του εθνικισμού.

Ο εθνικισμός, υποστηρίζει ο Έρνεστ Γκέλνερ[1], είναι πρώτα μια πολιτική αρχή. Είναι μια θεωρία η οποία προϋποθέτει την ταύτιση των εθνικών με τα πολιτικά όρια στο πραγματικό πλαίσιο μιας κρατικής οντότητας. H άποψη αυτή του Γκέλνερ, φανερώνει τη σύγκλιση ενός εκσυγχρονιστή με έναν σύγχρονο μαρξιστή, τον Χόμπσμπαουμ, γιατί καταδεικνύει την έμφαση που αποδίδεται από τους δύο αυτούς θεωρητικούς στην νεωτερική ερμηνεία του φαινομένου του εθνικισμού. Το φαινόμενο του εθνικισμού αποτελεί προϊόν των διαδικασιών που γεννήθηκαν με την Γαλλική Επανάσταση και μετέβαλλαν τον κόσμο. Η περιβολή του πολιτισμικού κοσμοειδώλου από την ισχυροποιημένη και νομιμοποιημένη οντότητα του κράτους εξώθησε στην εμφάνιση νέων ερμηνευτικών παραδειγμάτων που ενοποιούν τους ανθρώπους. Ένα παράδειγμα αυτού του είδους αποτελεί και ο εθνικισμός.

Ο εθνικισμός δεν εμφανίσθηκε από το πουθενά. Θεμελιώνεται σε συγκεκριμένες πολιτιστικές – κοινωνικές – οικονομικές και ιδεολογικές θεματοποιήσεις που ανατρέχουν στο φαντασιακό παρελθόν των ανθρώπων ως συνόλων. Αλλά η σχηματοποίηση του φαινομένου ως έκφρασης αυτοσυνειδητοποίησης των νεότερων κοινωνιών και αντιδιαστολής τους από άλλες κοινωνίες πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Στην χρονική αυτή περίοδο έλαβαν χώρα σημαντικά γεγονότα που έδωσαν ώθηση στην εξωτερίκευση των στάσεων, των αντιλήψεων των ανθρώπων όπως αυτές διαμορφώνονταν συνεχώς από την επικράτηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και την διασπορά των ιδεών του Διαφωτισμού. «Θα λέγαμε ότι ο εθνικισμός ήλθε στο ιστορικό προσκήνιο ως πολιτικός εθνικισμός, συνέπεια του διαφωτισμού και του πρώιμου φιλελευθερισμού».[2]

Σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, είτε αυτή βαπτιζόταν στα νάματα του εξορθολογισμού, της βιομηχανικής επανάστασης και του προτεσταντισμού όπως στην Δυτική Ευρώπη, είτε ασφυκτιούσε στα στενά παραδοσιακά όρια των αυτοκρατοριών όπως της Αυστροουγγαρίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, είτε ήταν κοινωνία αγροτική όπως οι περισσότερες στην Ανατολική Ευρώπη, είτε ομοιογενής ή ανομοιογενής σε θέματα γλώσσας, θρησκείας και κουλτούρας, χαρακτηρίζονταν από τα μέσα του 19ου αιώνα από την εμφάνιση και την άνοδο του εθνικισμού. «Οι περισσότεροι πάντως μελετητές συμφωνούν πως η γένεση του εθνικισμού πρέπει να τοποθετηθεί στο πέρασμα από τον 18ο αιώνα στον 19ο αιώνα στην Ευρώπη».[3]

Ο εθνικισμός δεν ερμηνεύεται λοιπόν μονοσήμαντα. Δεν μπορεί να αναχθεί σε διαφοροποιήσεις θρησκείας, οικονομίας, κουλτούρας, γλώσσας, οικονομίας μόνον. Για τούτο και δεν υπάρχει μια μόνον θεωρία να εξηγεί αυτό το φαινόμενο. Κατά την άποψη όμως πολλών θεωρητικών όπως ο Γκέλνερ, ο Χόμπσμπάουμ[4], ο Μαν[5] οι εθνικιστικές ιδεολογίες, τα σύμβολα και οι τελετουργίες αποτελούν δυνάμεις οι οποίες όχι μόνον κινητοποιούν τις μάζες αλλά υποστηρίζουν τις προσπάθειες των κατά καιρούς ελίτ των κοινωνιών αυτών στην αναρρίχησή τους στην εξουσία.

Πως είναι δυνατόν να πεθαίνει ένας άνθρωπος για χάρη της ιδεολογίας του εθνικισμού; Γνωρίζει προσωπικά τους συμπατριώτες του όταν πέφτει υπέρ πατρίδος; O Μπένεντικτ Άντερσον[6] προσπαθεί να εξηγήσει την μετάβαση από μια συλλογική φαντασίωση του έθνους σε μια πραγματολογική προστακτική της ατομικής συνείδησης του μαχητή των δύο παγκοσμίων πολέμων. Οι συμβολισμοί της εθνικιστικής ιδεολογίας είναι ευέλικτοι και προσαρμόζονται σε κάθε περίπτωση. Για τους οπαδούς του εθνο – συμβολισμού[7] η δύναμη του εθνικισμού βρίσκεται στους μύθους του, στις συλλογικές του μνήμες, στις παραδόσεις και στα σύμβολα της εθνικής παράδοσης και ειδικά στο τρόπο με τον οποίο συστηματοποιούνται και επανερμηνεύονται ως συλλογικό παρελθόν από τις ελίτ των σύγχρονων κοινωνιών.

Η ιδεολογία του εθνικισμού είναι προτέρα έννοια του έθνους σύμφωνα με τους περισσότερους θεωρητικούς.[8] Ο εθνικισμός έρχεται πριν από τα έθνη. Ο ορισμός του έθνους για τον Γκέλνερ, παρουσιάζει εξίσου μεγάλες δυσκολίες όσο η διαμόρφωση ενός ορισμού για τον εθνικισμό.[9] Ο Γκέλνερ δίδει δύο ορισμούς για το έθνος: α) Δύο άνθρωποι ανήκουν στο ίδιο έθνος εάν μοιράζονται τον ίδιο πολιτισμό και β) Δύο άνθρωποι ανήκουν στο ίδιο έθνος εάν αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον ως μέλος του ιδίου έθνους. Τι σημαίνει όμως πολιτισμός; Σημαίνει άραγε το ίδιο σε μια αγροτική και σε μια μοντέρνα κοινωνία; O Σμιθ προτείνει κάποια εξωτερικά χαρακτηριστικά του έθνους: Ένα έμβλημα αναφοράς, ένας μύθος κοινής καταγωγής, συλλογικές ιστορικές μνήμες και παραδόσεις, κοινοί τόποι κουλτούρας, αναφορά σε μια πατρίδα και αλληλεγγύη μεταξύ των μελών μιας κοινωνικής ελίτ.

Ο εθνικισμός όμως δεν αρκείται σε αυτά τα κοινά χαρακτηριστικά. Επιθυμεί να τα διατηρεί αυτά και να τα προστατεύει στο πλαίσιο μιας κρατικής οντότητας. Στο σημείο αυτό εμπλέκεται και η έννοια του νεωτερικού κράτους και των καταβολών του. Γνωρίζουμε ότι τα σύγχρονα κράτη θεμελίωσαν μια εξωτερική και εσωτερική ενότητα μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ενδεχομένως και λίγο νωρίτερα. Το κράτος κατά τον Βέμπερ[10] αποτελεί εκείνο το μόρφωμα το οποίο, εντός της κοινωνίας, κατέχει το μονοπώλιο της έννομης βίας. Η έννοια του κράτους αποτελεί και αυτή τέκνο της νεωτερικής σκέψης και συναρθρούται με την έννοια του έθνους όταν πρόκειται για την εξέταση των εκφράσεων της εθνικιστικής ιδεολογίας κατά τον 19ο αιώνα και μετά.

Το νεωτερικό κράτος χρησιμοποιεί την εκπαίδευση, τη θρησκεία, τη γλώσσα, τη κουλτούρα, τη φορολογία, το στρατό για να συντηρεί τη μονοπώληση της έννομης βίας του. Ο Μαξ Βέμπερ υποστηρίζει ότι τον εθνικισμό τον ενδιαφέρει το αποτέλεσμα, δηλαδή η απήχηση που θα έχει στις μάζες για τούτο και συνεχώς επεξεργάζεται τους συμβολισμούς που δημιουργούν οι προαναφερθέντες θεσμοί της κοινωνίας ώστε να ανταποκρίνεται συνεχώς στις νέες ανάγκες. Οι θεσμοί αυτοί της κοινωνίας συστηματοποιήθηκαν μετά τον 19ο αιώνα ώστε να συνέχουν την κοινωνία με τις πρακτικές της ομοιογενοποίησης. Στις αγροτικές κοινωνίες, υποστηρίζει ο Γκέλνερ,[11] δεν ήταν αναγκαία η ύπαρξη του κράτους. Στην κοινωνία της νεωτερικότητας όμως είναι αναγκαία. Η αντίληψη αυτή πηγάζει από συγκεκριμένες φιλοσοφικές απόψεις.

Ο ορθός λόγος του Διαφωτισμού οδήγησε στην εμφάνιση μιας αντίρροπης τάσης η οποία γεννήθηκε σε περιβάλλον όχι συγκεντρωτικό αλλά διοικητικά κατακερματισμένο όπως αυτό της Κεντρικής Ευρώπης και το οποίο είχε ασπασθεί τον Προτεσταντισμό. Στα γερμανικά κρατίδια, τον 18ο αιώνα και τις αρχές του 19ου , είχε αναδυθεί ο ρομαντισμός ως αντίδραση στη μονολιθικότητα και το απρόσωπο του Ορθολογισμού που είχε εκπρόσωπο τους πολιτικούς θεωρητικούς της Γαλλικής Επανάστασης και του διοικητικού συγκεντρωτισμού που έφθανε μέχρι την πλήρη ομοιογενοποίηση όλων των φυγόκεντρων ως προς το κράτος δυνάμεων. Εκπρόσωποι του ήταν ο Φίχτε, ο Σλαϊερμάχερ και ο Χέρντερ[12]. Σύμφωνα με αυτούς έπρεπε να επικρατήσει στις κοινωνίες ο σεβασμός απέναντι στην ποικιλομορφία και την διαφορετικότητα εδρασμένος στην αφοσίωση στο ανθρώπινο πρόσωπο ως φορέα αναπαλλοτρίωτων φυσικών δικαιωμάτων. Για τον Άντονι Γκίντενς και για τον Ερικ Χόμπσμπαουμ ο εθνικισμός συνδέεται απαραιτήτως με το μοντέρνο κράτος.[13]

Οι ιδέες αυτές είχαν αντίκτυπο στη στάση των ανθρώπων απέναντι στο κράτος και στη σχέση του με το άτομο. Αυτοσκοπός ήταν η διατήρηση των ιδιαίτερων πολιτισμικών διαφορών των κοινωνικών ομάδων. Οι διαφορές αυτές αφορούσαν την γλώσσα, τη θρησκεία και την κουλτούρα των ομάδων αυτών. Υπήρχε μια πολιτική προέκταση των ιδεών αυτών του Ρομαντισμού σε θέματα σύζευξης της κρατικής οντότητας και της εθνικής αυτοδιάθεσης. Το κράτος λοιπόν αναγκαία όδευε παράλληλα με το έθνος. Για τούτο και η συγκρότηση των εθνικιστικών ιδεολογιών θεμελιώθηκε την χρονική αυτή περίοδο σε εξωτερικά χαρακτηριστικά των συλλογικών ταυτοτήτων των κοινωνικών ομάδων.

Τα εξωτερικά αυτά χαρακτηριστικά όπως η γλώσσα, η θρησκεία και η παράδοση προσέδωσαν ένα νομιμοποιητικό πλαίσιο για την ισχυροποίηση εθνικιστικών κινημάτων. Τα κινήματα αυτά βρήκαν ικανούς θεωρητικούς εκφραστές τις Διακηρύξεις της Αρχής των Εθνοτήτων το 1916 και τα 14 σημεία του Ουϊλσον. Βρήκαν επίσης διέξοδο στις προτάσεις του Λένιν για αυτοδιάθεση μέχρι αποσχίσεως. Έναν αιώνα μετά το συνέδριο της Βιέννης (1815) που διαμόρφωνε μια νέα τάξη πραγμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο, η έλευση του Παγκοσμίου Πολέμου (1914) και η σφαγή εκατομμυρίων αμάχων στο όνομα του εθνικισμού ανάγκασε όλους να αντιληφθούν τη σημασία που έχει για την ανθρωπότητα.

Ο Άντερσον[14] θεωρεί ότι το έθνος αποτελεί μια ανθρώπινη κοινότητα που φαντάζεται τον εαυτό της ως πολιτική κοινότητα εγγενώς οροθετημένη και ταυτόχρονα κυρίαρχη. Οροθετημένη διότι χαρακτηρίζεται από περατότητα και διαχωρισμούς. Δεν αντιμετωπίζει τους άλλους ολιστικά και οικουμενικά αλλά διαιρετικά. Η οροθέτηση αυτή παραμένει στο φαντασιακό τουλάχιστον των ελίτ οι οποίες υποδέχονται και αφομοιώνουν τα επιτεύγματα του καπιταλιστικού τρόπου ανάπτυξης, όπως αυτά εξειδικεύονται στη τυπογραφία, στην εκπαίδευση , στην κουλτούρα. Οι τομείς αυτοί της κοινωνικής ζωής αποτελούν υποκατάστατα παραδοσιακών συνεκτικών της κοινωνίας δεσμών. Ιδιαίτερα ο Άντερσον τονίζει το ρόλο της τυπογραφίας για τη διευκόλυνση αφενός της επικοινωνίας αφετέρου της διαμόρφωσης μιας συλλογικής αντίληψης περί της ιστορίας του έθνους και της αμεσότητας της υποκειμενικής σχέσης του ατόμου με την ιδέα αυτή. Μπορούμε να δούμε παρακάτω το ρόλο που διαδραμάτισε η ιδέα του Κοσσυφοπεδίου για το Σερβικό εθνικισμό και την φαντασιακή θέση της ιστορικής μάχης του Κοσσυφοπεδίου στην αφήγηση του Σερβικού εθνικισμού.

Η μετατόπιση του κράτους από το μονοπώλιο της έννομης βίας στο μονοπώλιο της νόμιμης εκπαίδευσης θεωρείται από τον Γκέλνερ[15] απόδειξη της συνάρθρωσης κράτους και κυρίαρχης κουλτούρας. Η σύζευξη κράτους και κουλτούρας πραγματοποιείται με αντικειμενικό στόχο την δυνατότητα αφομοίωσης των εσωτερικών στοιχείων – χαρακτηριστικών των παλαιών –υπό διάλυση δομών – από το νέο καθεστώς το οποίο είναι νεωτερικό και διέπεται από μια ρευστότητα. Ο εθνικισμός, κατά τον Γκέλνερ, δεν αποτελεί αποτέλεσμα των καντιανών επιρροών περί αυτοκαθορισμού[16] αλλά μια ρομαντική αντίδραση σε αυτόν. Η ρομαντική αυτή αντίδραση ερείδεται επί ενός ιστορικισμού όπως αυτός εξελίχθηκε τον 19ο αιώνα. Ειδικά η κοινή γλώσσα συμβόλιζε πια ένα κοινό παρελθόν και ένα κοινό μέλλον, και τα δύο ευρισκόμενα στη σφαίρα της φαντασίας. Από τη στιγμή που λαμβάνει χώρα αυτή η σύνδεση μεταξύ γλώσσας και κοινού πεπρωμένου, δεν απέχει πολύ μακριά ο δρόμος που οδηγεί στην δογματική παραδοχή της μοναδικότητας και της αυθεντικότητας του έθνους. Η πολιτιστική ερμηνεία της πραγματικότητας προέχει έναντι της πολιτικής. Έχουμε στο σημείο αυτό την αντιδιαστολή γαλλικού και γερμανικού παραδείγματος ανάλυσης του φαινομένου του εθνικισμού. Μετά το 1850 η ρομαντική επίδραση στην αντίληψη για το έθνος και τον εθνικισμό ισχυροποιείται και επιδρά στις ελίτ των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Τα δύο αυτά ρεύματα θα συναντηθούν και θα εκβάλλουν στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο.

Αλλά πρέπει να αναρωτηθούμε: είναι τόσο σημαντική η γλώσσα για τη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας; Εδώ υπεισέρχονται και συναισθηματικοί – ψυχολογικοί λόγοι στην εννοιολόγηση του εθνικισμού και του έθνους. Πρέπει να δει κανείς το ρόλο του εθνικισμού ως συμβόλου που ενοποιεί κράτος και έθνος μαζί. Οι συμβολισμοί που παρέχονται ειδικά στην οροθέτηση των συνόρων (και όχι ορίων ) και την χάραξη χαρτών υποστασιοποιούν ταυτόχρονα το κράτος και το έθνος. Αυτό συμβαίνει από τα μέσα του 19ου αιώνα και ύστερα. Οι Άντερσον και Γκίντενς συμφωνούν σε αυτό.[17]

Η σχέση λοιπόν μεταξύ του έθνους, του κράτους και του εθνικισμού ως ιδεολογίας αποτελεί το θεωρητικό υπόβαθρο των αναλύσεων των μορφών εθνικισμού αδιαφόρως της χρονικής περιόδου ή της γεωγραφικής περιοχής. Οι κατηγορίες της εξουσίας, της εκπαίδευσης και των κοινωνικών στρωμάτων αποτελούν ιδεοτύπους ερμηνευτικής προσέγγισης της ιδεολογίας αυτής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μας προσφέρει ο Βέμπερ με την ερμηνεία του καπιταλισμού στις δυτικές κοινωνίες στη βάση του προτεσταντισμού. Για τον Βέμπερ το νεωτερικό κράτος αποτελεί έναν ορθολογικό τύπο συσχετισμών και διαμεσολαβήσεων, το απόγειο του δυτικότροπου ορθολογισμού και μια μορφή νομιμοποίησης και ιστορικής πραγμάτωσης της ιδέας του έθνους. Το έθνος χρειάζεται το κράτος και το αντίστροφο.

Μιλώντας για τη Σερβία, στο πλαίσιο της τυπολογίας του Γκέλνερ για τις καταστάσεις εμφάνισης του εθνικισμού,[18] μπορούμε να κατατάξουμε τον σερβικό εθνικισμό ως έναν εθνικισμό σε πρώιμο βιομηχανικό σύστημα, (λόγω του ότι αναπτύχθηκε στην περιφέρεια της Ευρώπης) και ευρισκόμενο σε μια τυπική προεθνική κατάσταση διότι ενεργοποιήθηκε στο όνομα ενός πολιτισμού που μέχρι τότε δεν είχε αποκτήσει την ολοκλήρωσή του καθώς πάλευε να επικρατήσει μέσα σε έναν σκληρό ανταγωνισμό πληθυσμών. Οι πληθυσμοί αυτοί ήταν εγκλωβισμένοι σε σύνθετες καταστάσεις γλωσσικής και πολιτισμικής συγγένειας.

Σύμφωνα με γενικότερες παραδοχές από τους θεωρητικούς, οι εθνικισμοί κατατάσσονται σε πρωτογενείς (αναφέρονται στους Δυτικοευρωπαϊκούς εθνικισμούς) και σε δευτερογενείς (αναφέρονται σε εθνικισμούς της περιφέρειας). Ο Σερβικός εθνικισμός υπάγεται στη δεύτερη κατηγορία. Ο εθνικισμός αυτός ως δευτερογενής διαμορφώνει πρωτίστως την εθνική ιδέα αλλά με την υποστήριξη της κρατικής οντότητας, συγκροτηθείσης στα τέλη του 19ου αιώνα πλαισιώνει μέσω της εθνικής ταυτότητας την υλική και διοικητική θεμελίωση του εθνικισμού. Σε ένα τέτοιο εθνικισμό αυτό που προέχει είναι η εθνικότητα και όχι το έθνος που προηγείται ούτως η άλλως του κράτους.[19]

Ο Γκέλνερ διαφωνεί με τον Κεντούρι στην αντιμετώπιση από τον τελευταίο του εθνικισμού ως τυχαίας εκτροπής, απότοκου της ευρωπαϊκής διανόησης.[20] Το ιδεαλιστικό επιχείρημα του Κεντούρι για την θεώρηση του εθνικισμού ως προϊόντος της καντιανής θεωρίας δεν γίνεται αποδεκτό. Πηγαίνοντας ενάντια τόσο στη Μαρξιστική ερμηνεία της εθνικιστικής ιδεολογίας που πρεσβεύει ο Χόμπσμπαουμ όσο και στη φιλελεύθερη οπτική, ο Γκέλνερ τελικά με την κοινωνικο-πολιτιστική του οπτική γωνία δικαιώθηκε από τα πράγματα.[21] Ο κλασικός μοντερνισμός «αντιτάχθηκε σε μια φυσιοκρατική και ουσιοκρατική αντίληψη περί έθνους».[22]

Σύμφωνα με τον Χόμπσμπαουμ ο όρος έθνος μπορεί να αναγνωρισθεί μόνο a posteriori. Δεν είναι τα έθνη που δημιουργούν κράτη και εθνικισμούς αλλά το αντίθετο. Ο Χόμπσμπαουμ υποστηρίζει[23] ότι η έννοια του έθνους επινοήθηκε σε μια πρόσφατη ιστορική περίοδο. Επινοήθηκε με ψυχολογικό εργαλείο μια συλλογική αμνησία η οποία ενσαρκώνεται στην συμμετοχή σε ένα κοινό ένδοξο παρελθόν, ένα δεσμό ανάμεσα στα μέλη του έθνους.[24] Ο δεσμός αυτός θα ενδυναμωθεί όταν ξεχάσει το γλωσσικό του ιδίωμα και την ξεχωριστή του κοινοτική παράδοση ο απλός χωρικός και ασπασθεί τη γλώσσα που η κυρίαρχη ιδεολογία απαιτεί. Για τούτο και ο εθνικισμός δεν είναι δημιούργημα των απλών ανθρώπων αλλά των ελίτ των κοινωνιών. Ξεκίνησε από τις επαναστατημένες ελίτ της Ευρώπης και όχι από τις αμόρφωτες μάζες. Ο Χόμπσμπαουμ συσχετίζει την εμφάνιση του εθνικισμού με τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής που έδωσε το δικαίωμα στην πλατιά μάζα να αναγνωρίσει και να ταυτοποιηθεί συναισθηματικά τουλάχιστον με το έθνος της.

Ο Χόμπσμπαουμ αντιμετωπίζει τους βαλκανικούς εθνικισμούς ως εκκρεμότητες που δημιουργούσαν η αυτοκρατορία των Αψβούργων και η Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο Σερβικός εθνικισμός αναπτύχθηκε στο γεωγραφικό μεταίχμιο αυτών των δύο αυτοκρατοριών και ζωογονήθηκε από την κατάρρευσή τους. Ο Χόμπσμπαουμ διακρίνει δύο περιόδους εθνικισμού, την εποχή από την Γαλλική Επανάσταση μέχρι το 1880 (πρωτοεθνικισμός) και την εποχή από το 1880 μέχρι το 1914 (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος). Το ξέσπασμα της Οκτωβριανής επανάστασης του 1917 και η κατάρρευση των παλαιών αυτοκρατοριών ώθησε στην υιοθέτηση της αρχής που πρέσβευε ο Ουίλσον. Η ιδεολογική αυτονόμηση των εθνικιστικών κινημάτων της περιφέρειας θα ερμήνευε, άριστα κατά τον Χόμπσμπαουμ, την ισχυροποίηση του Σερβικού εθνικισμού από το τέλος του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου έως τα τέλη της δεκαετίας του 1950.

Στο επόμενο κεφάλαιο θα δούμε πως διαχωρίζεται θεωρητικά η περίοδος αυτή βάσει της κατάστασης στο διεθνές σύστημα σχέσεων με γνώμονα την ιδεολογική ένταξη στις κομμουνιστικές ή μη χώρες. Μια διάσταση που θα δούμε στο Σερβικό εθνικισμό είναι η σχέση του με την αριστερά και πως αυτή θεματοποιείται στη περίοδο μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο.

Μετά το 1848, υποστηρίζει ο Χόμπσμπαουμ[25] είχε διαρραγεί η σχέση αριστεράς και εθνικισμού αποκαταστάθηκε όμως με την εμφάνιση του Χίτλερ. Ο Σερβικός εθνικισμός , υποστηρίζει ο Χόμπσμπαουμ, μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο είναι διαφορετικός από αυτόν πριν το 1939. Και αυτό οφείλεται στην επέμβαση των ξένων δυνάμεων των δύο πόλων της διεθνούς σκηνής. Θεωρεί δε τα προβλήματα της περιόδου 1989 – 1992 ως ημιτελείς υποθέσεις του 1918 – 1921 οι οποίες ξεχάστηκαν ηθελημένα λόγω της συγκεκριμένης θέσης της Γιουγκοσλαβίας στη τάξη πραγμάτων μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Στην νέα αυτή τάξη πραγμάτων, αναπτύχθηκε και ο περίφημος εθνικισμός χωρίς έθνος, ο οποίος στην Γιουγκοσλαβία αγνόησε τις προϋπάρχουσες παραδόσεις και ανάγκες και επέβαλλε αυθαίρετα μια γεωγραφική, λειτουργική αλλά και μια συμβολική, γεωγραφική χάραξη ορίων μεταξύ των εθνών της Γιουγκοσλαβίας.

Ο εθνικισμός σύμφωνα με τον Χόμπσμπαουμ, στο Μεσοπόλεμο αποτέλεσε μια νέα ουτοπία που συμπλήρωσε το κενό των άλλων ιδεολογιών, ιδιαίτερα δε νομιμοποίησε το σύγχρονο κράτος υπό την πολιτειακή μορφή του συνταγματισμού. Οι μοναρχίες κατέρρεαν και μια νέα πολιτική θρησκεία ήταν στη θέση των ιδεολογιών του ancien regime. Μια νέα διαλεκτική έκανε την εμφάνισή της στην Ευρώπη: ένας επίσημος εθνικισμός[26] ο οποίος αντικατέστησε επιτυχώς μια θρησκεία, ένα ιερατείο και τελετουργίες με αυτές του εθνικισμού. Ακόμη και οι μοναρχίες προσαρμόσθηκαν σε αυτή τη διαδικασία.

Είναι δυνατόν να αναγνωρίσουμε μια αιτιοκρατική σχέση μεταξύ του εθνικισμού και της νεωτερικότητας; O Χόμπσμπαουμ θα συμφωνούσε με τον Γκέλνερ ότι οι κοινωνικές ελίτ θεωρούσαν ότι ο εθνικισμός είναι απαραίτητος για τον εκσυγχρονισμό και τη μετάβαση σε μια νεωτερική κοινωνία μόνο και μόνον διότι καταπολεμά τις παραδοσιακές οροθετήσεις στη γλώσσα, τη θρησκεία και τη κουλτούρα. Οροθετήσεις που διαχωρίζουν τις ανθρώπινες κοινότητες μέσα στα κράτη – έθνη. Τώρα ένας νέος διαχωρισμός υπάρχει. Αυτός μεταξύ των εθνών, ο οποίος γίνεται πιο αυστηρός.

Η Μεταρρύθμιση αποτέλεσε τον καταλύτη στη διαδικασία αυτή. Η εμφάνισή του σε μια αγροτική – κατά Γκέλνερ- κοινωνία συντέλεσε στην αλλαγή του οικονομικού παραδείγματος και στην ανάπτυξη της έντυπης ενημέρωσης των ανθρώπων. Τίθεται το ερώτημα: Ο σερβικός εθνικισμός πως εξηγείται στο παράδειγμα του Γκέλνερ; Η σερβική κοινωνία ήταν αγροτική τουλάχιστον έως τα μέσα του 20ου αιώνα. Παρ΄όλα αυτά αναπτύχθηκε σε αυτήν μια κυρίαρχη εθνικιστική ιδεολογία επεκτατικού και αλυτρωτικού χαρακτήρα. Η ιδεολογία αυτή ισχυροποιήθηκε από το 1878 (Συνέδριο του Βερολίνου) μέχρι το 1919(ενοποίηση της Γιουγκοσλαβίας).

Εάν αναφερθούμε στην μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο περίοδο, η επικράτηση της κομμουνιστικής ιδεολογίας μπορεί να μην υποστήριξε σημαντικά την ανάπτυξη ενός σερβικού εθνικισμού απέναντι στα κράτη – μέλη της Γιουγκοσλαβίας αλλά έδωσε ώθηση σε μια μορφή εκβιομηχάνισης και εκσυγχρονισμού. Ο εκσυγχρονισμός αυτός κατά τον Γκέλνερ θα μπορούσε να συνδεθεί με την ενδυνάμωση του σερβικού εθνικισμού. Ο σερβικός εθνικισμός δεν εντάσσεται στο πρότυπο ενός δυτικότροπου φιλελεύθερου εθνικισμού.

Για να ερμηνευθεί πρέπει να συντρέξουν πολλές διαφορετικές μεταξύ τους θεωρίες. Θα μπορούσαμε πάντως να αναγνωρίσουμε ότι στην προσπάθειά μας να αναλύσουμε τον σερβικό εθνικισμό θα ήταν θεμιτό να λάβουμε υπόψη μας ότι ορισμένες κατηγορίες που εντάσσονται στην προ – νεωτερική κοινωνία ερμηνεύουν τον εθνικισμό αυτό καλύτερα από κατηγορίες που εντάσσονται στην εξήγηση του εθνικισμού ως νεότερου φαινομένου της βιομηχανικής κοινωνίας. Δεν μπορεί να σταθεί μια ακραιφνής πολιτική ή πολιτισμική ανάλυση του εθνικισμού. Και τούτο γιατί αυτό θα δήλωνε μια μονομέρεια.[27] «Το θέμα δεν είναι να αποφύγει κανείς τις ταξινομήσεις και τις τυπολογίες αλλά αφενός μεν να έχει επίγνωση των μεθοδολογικών τους ορίων, αφετέρου δε να προβαίνει στη χρήση των κατάλληλων εκείνων τυπολογιών που καλύπτουν το μεγαλύτερο δυνατό φάσμα πραγματικών ιστορικών δεδομένων και καταστάσεων».[28] Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον Σερβικό εθνικισμό ως αλυτρωτικό και ταυτόχρονα πολιτισμικό.

Πολλές φορές έννοιες, όπως η γλώσσα, που αποτελούν συνεκτικό δεσμό των κοινωνιών, στην περίπτωση του σερβικού εθνικισμού δεν είναι εργαλεία συνοχής τους ακόμη και αν είναι πανομοιότυπες (έχουμε την ίδια γλώσσα στη Γιουγκοσλαβία αλλά διαφορετική κουλτούρα και θρησκεία).

Στο πολιτικό πλαίσιο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας τα μιλιέτ ζούσαν αρμονικά στη βάση παραδοχών για την διαφορετικότητά τους. Υπήρχε κεντρική ανοχή για τις θρησκείες. Τα μιλιέτ όμως δεν ήταν τα σύγχρονα δυτικοευρωπαϊκά έθνη. Σύμφωνα με την χρονολογική ταξινόμηση του Snyder ο Σερβικός εθνικισμός χαρακτηρίζεται ως ρηγματικός εθνικισμός διότι αφορά τις αποσχίσεις εθνικοτήτων από την Οθωμανική αυτοκρατορία και την Αυστροουγγαρία. Μια διαφορετική κατάταξη προτείνει ο Ν. Δεμερτζής:[29] Ο Σερβικός εθνικισμός εντάσσεται βάσει κριτηρίων πολιτικής – σκοπού στους επεκτατικούς εθνικισμούς και βάσει κριτηρίων ιδεολογίας –αξιών στους Ανατολικούς εθνικισμούς. Είναι δε πολιτιστικός και όχι πολιτικός εθνικισμός (όπως οι περισσότεροι δυτικοευρωπαϊκοί) διότι κατανοείται μέσω μιας υπόθεσης ιστορικής συνέχειας η οποία διασπάσθηκε και είναι αναγκαίο να επανέλθει υπό τη μορφή ενός φαντασιακού συλλογικού σώματος, του έθνους. Το τελευταίο καμία σχέση δεν έχει με την άκρως πολιτική κατηγορία της υπεράσπισης των συμφερόντων της λαϊκής κυριαρχίας που πρέσβευε η Γαλλική Επανάσταση. Ως αποτέλεσμα έχουμε τη σύγκρουση και τη διένεξη και όχι την συνύπαρξη που πρέσβευε η δυτική, ρασιοναλιστική θεώρηση του εθνικισμού.

Το δυτικοευρωπαϊκό παράδειγμα των εθνικισμών ταυτισμένων με το κράτος δεν εμφανίσθηκε νωρίτερα από τις αρχές του 20ου αιώνα. Πως θα αποφύγουμε τον σκόπελο μιας ερμηνείας θεμελιωμένης αποκλειστικά σε μια φιλοσοφία της ιστορίας, η οποία διατηρεί έναν ντετερμινιστικό χαρακτήρα;[30] Ο Ρενάν, υποστηρίζει ο Γκέλνερ, ξεφεύγει από ένα φυσιοκρατικό ντετερμινισμό των ορίων του έθνους. Ούτε η γλώσσα, ούτε η θρησκεία, ούτε η φυλή, ούτε η γεωγραφία αποτελούν κριτήρια για την εννοιολόγηση του εθνικισμού. Αν σκεφθούμε ότι υπάρχουν χιλιάδες γλώσσες ανά την υφήλιο όχι όμως και αντίστοιχος αριθμός εθνών θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι δεν είναι μόνον η γλώσσα – για παράδειγμα- ασφαλές κριτήριο διαφοροποίησης των εθνών. Τα έθνη συγκροτούνται από την ανθρώπινη θέληση. Τα έθνη ορίζονται ως προϊόντα της ανθρώπινης θέλησης και του πολιτισμού.[31]

Στη διαδικασία αυτή νεκρές γλώσσες ανασταίνονται, επιλέγονται μνήμες και ζωντανεύουν παραδόσεις. Ο εθνικισμός ως ιδεολογικό προϊόν έχει την ικανότητα της μετάπλασης των εννοιών και των κατηγοριοποιήσεων – διαχωρισμών που προσλαμβάνει και προσφέρει στα άτομα. Αποτελεί ipso facto κατασκευή της νεωτερικότητας. Μόνο στη τελευταία υφίστανται οι δυνατότητες εξάπλωσης της ομοιογενοποιητικής ιδεολογίας αυτής σε μαζική κλίμακα.

Η ομοιογένεια αυτή στη περίπτωση της Σερβίας επιδιώχθηκε στο επίπεδο της εξάπλωσης της Σερβικής κυρίαρχης εθνικιστικής ιδεολογίας στις άλλες εθνότητες της Γιουγκοσλαβίας. Μια μειονότητα όπως οι Σέρβοι επιχείρησαν μετά το 1940 να ισχυροποιήσουν τη θέση τους παρόλες τις διενέξεις και την ένταση που δημιουργούνταν. Χωρίς την πολιτική ανεξαρτησία που αποζητούσαν για χρόνια οι Σέρβοι το όνειρο μιας μεγάλης Σερβίας ήταν ακατόρθωτο. Όταν το 1978 αναγνωρίσθηκαν ως χριστιανικός λαός υπόδουλος στην Οθωμανική αυτοκρατορία και τους αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα της ανεξαρτήτου κρατικής οντότητας άνοιξε ο δρόμος πλέον για την ενσάρκωση της ιδέας του σερβικού εθνικισμού: Όλοι οι Σέρβοι σε ένα κράτος.

Η αυτοτέλεια της πολιτικής υπόστασης του σερβικού έθνους βασίσθηκε στην συλλογική αποδοχή ενός ενιαίου παρελθόντος και της αδήριτης ανάγκης να διατηρηθεί αυτή η παράδοση. Βλέπουμε λοιπόν πως λειτουργεί το προ – πολιτικό πολιτισμικό κριτήριο του Γκέλνερ για την διάκριση ενός έθνους από το άλλο. Η νέα ουτοπία του Χόμπσμπαουμ για τον σερβικό εθνικισμό μετά το 1919 απέρριπτε την κατάσταση ως είχε και πρόβαλλε την ανάγκη της υπερίσχυσης του Σερβικού έθνους απέναντι στα άλλα στο κρατικό πια πλαίσιο της Γιουγκοσλαβίας. Η πλαστικότητα του εθνικισμού ως ιδεολογίας φαίνεται από το τι συνεχώς ανανεώνονταν τα δόγματα αυτής της ιδεολογίας πότε από δεξιά ιδεολογικά ρεύματα κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου πότε από αριστερά κυρίαρχα πια ιδεολογικά κινήματα μετά την επικράτηση του Τίτο.[32]

Αντικειμενικός στόχος αυτού του σφιχτού εναγκαλισμού του σερβικού εθνικισμού με τις εκάστοτε κυρίαρχες ιδεολογίες ήταν η επίτευξη των αλυτρωτικών και επεκτατικών του διαθέσεων. Ιδεολόγημα όπως ο πανσλαβισμός περικλείει στους κόλπους του εθνικισμούς όπως ο Σερβικός και στηρίζεται σε μια κρατική οντότητα προκειμένου να φέρει σε πέρας το έργο του. Η αγωνιώδης προσπάθεια των Σέρβων να δημιουργήσουν το δικό τους κράτος εντάσσεται στην γενικότερη προσπάθεια των βαλκανικών λαών να αποτινάξουν τον ζυγό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και να συγκροτήσουν την δική τους οντότητα. Αδιάφορο παραμένει εάν στην πορεία τους αυτή οι εθνικισμοί αποξενώνουν πληθυσμούς και προσελκύουν άλλους, προβαίνουν σε εθνο-καθάρσεις και εξωτερικούς πολέμους.

Είναι χαρακτηριστικό το ότι ενώ στις αρχές του 20ου αιώνα οι Κροάτες και οι Σλοβένοι αποδέχθηκαν την συγκρότηση ενός ενιαίου κράτους με τους Σέρβους, όταν καταλύθηκε το διπολικό καθεστώς του διεθνούς συστήματος το 1989 απαίτησαν την ανεξαρτησία τους. «Δεν υπάρχει πειστική αιτία γιατί παρ’ όλο που πληθυσμοί που μιλούν την ίδια γλώσσα ή ανήκουν στην ίδια ανθρωπολογική κατηγορία (Σλάβοι – Αγγλοσάξονες – Λατινογενείς )να απαιτούν ένα ξεχωριστό έθνος – κράτος για αυτούς».[33] Την ίδια στιγμή που εξαπλώνεται ένα κίνημα παγκοσμιοποίησης βλέπουμε ξαφνιασμένοι την ανάδυση παλαιών εθνικισμών. Ο Σερβικός εθνικισμός στο παγκόσμιο αυτό πλαίσιο σήμερα εκπροσωπεί μια τοπικιστική αντίδραση στη παγκοσμιοποίηση. Δεν είναι πια επεκτατικός και αλυτρωτικός. Όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι εθνικισμοί. Επειδή όμως η παγκοσμιοποίηση αποτελεί μια πολιτισμική κατηγορία ο Σερβικός εθνικισμός μάχεται να διατηρήσει εαυτόν στο πολιτισμικό στερέωμα και να μην αφομοιωθεί.

2. Ιστορικό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο του Σερβικού Εθνικισμού

Η εξέταση του Σερβικού εθνικισμού θα ήταν σκόπιμο να εξετασθεί κατά χρονικές περιόδους. Αυτό δεν αποτελεί μεθοδολογική αρχή αλλά προσπάθεια έκφρασης μιας γενικότερης εποπτείας όσον αφορά στη γένεση και ανάπτυξη αυτού του φαινομένου.

Θα εξετάσουμε το φαινόμενο του Σερβικού εθνικισμού στις εξής τέσσερις χρονικές περιόδους:

1.1878 έως 1919 (Συνέδριο του Βερολίνου – Αλυτρωτικός εθνικισμός - Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος - Συγκρότηση του κράτους της Γιουγκοσλαβίας)

2. 1919 έως 1939 (Οι πρώτες διενέξεις - Μετάλλαξη του σερβικού εθνικισμού – Ταξική ερμηνεία – Ο ρόλος των κομμουνιστών –Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος)

3. 1939 έως 1989 (Η επικράτηση των κομμουνιστών – Τα δύο ιδεολογικά στρατόπεδα – Η γιουγκοσλαβική παρέκκλιση – Ο ρόλος της Σερβίας στο ομοσπονδιακό κράτος)

4. 1989 – 2006 (Ιδεολογική αυτονόμηση εθνικιστικών κινημάτων στο γεωγραφικό πλαίσιο – Απόσχιση των Σλοβένων, Κροατών, Βόσνιων, Μακεδόνων και Μαυροβούνιων)

Θα εξετάσουμε το φαινόμενο αυτό υπό την έποψη των σημαντικότερων[34] γεγονότων με κριτήριο την ιστορική εξέλιξη του σερβικού εθνικισμού, την οικονομική κατάσταση της ευρύτερης περιοχής όπως και την κοινωνική στρωμάτωση και διάρθρωση αλλά και την πορεία των ιδεολογιών όπως η αριστερά και η δεξιά όπως αυτές συμπορεύονταν με τον σερβικό εθνικισμό.

1η περίοδος: 1878 έως 1919.

Κατά τον 19ο αιώνα η λέξη έθνος απηχούσε στο Σερβικό συλλογικό υποσυνείδητο μια ειδική νομική μορφή. Αυτή η μορφή δεν διαχώριζε τη θέση της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας από την Σερβική εθνικότητα.[35] Στην Ανατολική εκκλησιαστική παράδοση η πολιτική θεολογία ήταν θεμελιωμένη και νομιμοποιημένη στο βυζαντινό κοσμοείδωλο. Αυτό εκφραζόταν σε μια ιεραρχημένη πυραμίδα στην κορυφή της οποίας ευρισκόταν ο Βυζαντινός αυτοκράτορας (πολιτική εξουσία) και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (θρησκευτική εξουσία)[36]. Ως εξ απορροής συμμετείχαν της εξουσίας αυτής οι υπόλοιποι βασιλείς στην επικράτειά τους.

Η Σερβική συλλογική συνείδηση είχε ενστερνισθεί την ιδέα της συνέχισης της αυθεντικότητας της Ανατολικής παράδοσης από το Σερβικό έθνος. Στην αντίστοιχη θεωρία της «Τρίτης Ρώμης» ο Σερβικός εθνικισμός, στα μέσα του 19ου αιώνα αντέτασσε τη δική του παν – σλαβική εκδοχή απέναντι στην τάξη πραγμάτων των τριών αυτοκρατοριών που συγκρότησε το Συνέδριο του 1815. Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα άρχισε η έκδοση λαϊκών ποιημάτων και αναγνωσμάτων στο πλαίσιο μιας εκπαιδευτικής ανάπτυξης η οποία διαπνεόταν από εθνικιστικά ιδανικά. Η διαδικασία αυτή δεν αφορούσε όλους τους Σέρβους αλλά περισσότερο τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις. Κατά τη περίοδο αυτή οι Κροάτες, οι Σλοβένοι και οι Σέρβοι ευρίσκονταν στο γεωγραφικό μεταίχμιο δύο αυτοκρατοριών.

Την τριετία 1875 – 1878 οι εξεγέρσεις των λαών αυτών εντάθηκαν. Αναφερόμενοι στους Σέρβους, πρέπει να σημειώσουμε ότι το σύστημα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας επέτρεπε στη πράξη τη σχετική αυτονομία των κοινοτήτων. Η τελευταία εξειδικευόταν στη θρησκευτική καταρχήν ανοχή. Επρόκειτο για συνύπαρξη με την αρνητική σημασία. Η οθωμανική αυτοκρατορία προσπάθησε[37] στα τέλη του 19ου αιώνα να εκσυγχρονίσει (sic) την κρατική μηχανή και επέτρεψε μεταρρυθμίσεις με σκοπό την ειρήνη στη περιοχή των Βαλκανίων.

Η προσπάθεια αυτή αποκάλυψε τις δομικές αδυναμίες της πολιτικής αυτής. Ο Κεντούρι υποστηρίζει ότι στο περιβάλλον αυτό οι ιδέες της νεωτερικότητας ήταν ξένο σώμα και δεν απόλαυσαν μιας νομιμοποίησης. Τα καθεστώτα ήταν δεσποτικά χωρίς συνταγματικούς περιορισμούς και χρησιμοποίησαν την εθνικιστική ιδεολογία ως εργαλείο για την επίτευξη των στόχων τους οι οποίοι είχαν χαρακτήρα αλυτρωτικό και επεκτατικό.

Στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878 οι Μεγάλες Δυνάμεις και πρωτίστως η Βρετανία δεσμεύθηκαν να στηρίξουν την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων. Αυτές οι αλλαγές επεδίωκαν να εισάγουν καινά δαιμόνια στην ανατολική πολιτισμική παράδοση. Οι Σέρβοι προσέγγισαν τους Αυστριακούς για να ξεφύγουν από την δικαιοδοσία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. « Η διεθνής αναγνώριση της Σερβικής ανεξαρτησίας συνδέθηκε με την εγγύηση από αυτούς της θρησκευτικής ελευθερίας και ισονομίας».[38] Το Συνέδριο του Βερολίνου θεωρήθηκε όμως αποτυχία από τη Σερβική πλευρά διότι επετράπη στην Αυστροουγγαρία να καταλάβει την περιοχή της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης. Παρόλα αυτά η Σερβία και το Μαυροβούνιο κέρδισαν την ανεξαρτησία τους και εδάφη επιπλέον.

Υπήρχαν όμως πολλοί Σέρβοι εκτός του Σερβικού κράτους τόσο στην Αυστροουγγαρία όσο και στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι Σέρβοι αυτοί δεν υποστήριζαν εν τω συνόλω τους τη πραγμάτωση του ονείρου της Μεγάλης Σερβίας. Οι κατοικούντες στην Κροατία για παράδειγμα Σέρβοι ήταν διηρημένοι. Μέσα στο κλίμα αυτό δημιουργήθηκε το Σερβικό Εθνικό κόμμα το 1879. Αυτό δραστηριοποιήθηκε τόσο μέσα στο νεοϊδρυθέν Σερβικό κράτος όσο και στα γειτονικά κράτη , όπως Μαυροβούνιο και Κροατία.[39] Την περίοδο αυτή ο Σερβικός λαός ήταν διασκορπισμένος. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 42% του πληθυσμού στη Βοσνία ήταν Σέρβοι. Ταυτόχρονα επικράτησε μια ανομοιογένεια θρησκειών. Υπήρχαν Σέρβοι Ρωμαιοκαθολικοί στη Κροατία, Μουσουλμάνοι Σέρβοι στη Βοσνία. Οι κοινότητες αυτές δεν μπορούσαν να εκφρασθούν πολιτικά.

Μόνον στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν επετράπη η λειτουργία των πολιτικών κομμάτων απέκτησαν τη δυνατότητα ενεργού συμμετοχής στην πολιτική. Οι Σέρβοι της Βοσνίας προτιμούσαν να βρίσκονται υπό τη κηδεμονία των Οθωμανών ενωμένοι με τους Μουσουλμάνους της Βοσνίας παρά να υπάγονται στην κυριαρχία της Αυστροουγγαρίας. Παρατηρούμε εδώ το πολιτιστικό στοιχείο να υπερισχύει του θρησκευτικού. Ο Γκέλνερ εδώ θα έλεγε ενδιαφέροντα πράγματα για την θεωρία του. Την ίδια εποχή στην Ουγγαρία κατοικούσαν 461.000 Σέρβοι οι οποίοι ήταν πολιτισμικά και οικονομικά δραστήριοι και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αντίδραση των Σέρβων έναντι της Αυστροουγγαρίας. Στην προσπάθειά τους αυτή στηρίχθηκαν στην ανάπτυξη της εκπαίδευσης ως συνεκτικού στοιχείου της παράδοσής τους.

Αυτό δείχνει ότι οι Σέρβοι τόσο της Αυστροουγγαρίας όσο και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Επικοινωνούσαν όμως τα στρώματα της ελίτ και όχι οι φτωχοί αγρότες που ήταν δεμένοι με τη γη τους. Από το 1878, στο Συνέδριο του Βερολίνου, παρατηρήθηκε το φαινόμενο της ανάδυσης της πολιτικής δεξιάς λόγω της κρίσης του φιλελευθερισμού.[40] Αυτή όμως η δεξιά δεν είναι η ίδια που θα υποστηρίξει στο Μεσοπόλεμο (1919 – 1939) τους αντιφιλελεύθερους και αντισοσιαλιστές. Τα στρώματα τελικά της σερβικής ελίτ στις χώρες που υπάγονταν στην Αυστροουγγαρία υποστήριξαν τελικά την εθνική ανεξαρτησία των Σέρβων παρόλο που ήταν φορείς ενός δυτικότροπου κοινωνικού φιλελευθερισμού.

Ήταν πράγματι παράδοξο το ότι σχηματιζόμενο το έθνος – κράτος της Σερβίας δημιουργούσε αυτόματα αντίρροπους εθνικισμούς οι οποίοι καθώς βρίσκονταν στο γεωγραφικό μεταίχμιο δύο αυτοκρατοριών συνέπηξαν, όπως αργότερα θα δούμε, ενιαία κρατική οντότητα, την Γιουγκοσλαβία.

Η προσπάθεια των Σέρβων μετά το 1878 να επεκταθούν αλυτρωτικά σε περιοχές όπως το Κοσσυφοπέδιο και η Βόρεια Μακεδονία συνάντησε αντιστάσεις τόσο από τους Οθωμανούς όσο και από αλυτρωτικούς πολέμους γειτονικών βαλκανικών χωρών όπως η Ελλάδα και η Βουλγαρία. Αυτό έγινε φανερό με τους Βαλκανικούς πολέμους 1912 – 1913. Ο ρόλος της Σερβικής Εκκλησίας μέσω της Αρχιεπισκοπής των Σκοπίων στην εκπαίδευση των αλυτρώτων Σέρβων καταδεικνύει τη σημασία που είχε η θρησκεία στη Σερβική εθνική συνείδηση. Η ανάπτυξη μέσω της εκκλησιαστικώς ελεγχόμενης δημοτικής εκπαίδευσης ενός Μεγαλοϊδεατισμού με πυρήνα τόσο συμβολικά στοιχεία όπως η αυθεντικότητα του Σερβικού έθνους όσο και γεωγραφικά – ιστορικά όπως η μάχη του Κοσσυφοπεδίου τον 14ο αιώνα και η σημασία της στο φαντασιακό των Σέρβων ενδυνάμωσε την σερβική εθνικιστική ιδεολογία.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι στις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα η Σερβία δεν είχε δεχθεί ακόμη μεγάλες επιρροές από το δυτικό καπιταλισμό, δεν αποτελούσε ένα εκβιομηχανισμένο κράτος αλλά παρέμενε μια βαθιά αγροτική παραδοσιακή κοινωνία. Αυτός ο πρωτο – εθνικισμός (κατά Χόμπσμπαουμ) οδήγησε στη δημιουργία μιας βάσης σαθρής για τα εθνικά κράτη της Ανατολικής Ευρώπης συμπεριλαμβανομένης της Σερβίας.

Ο Γκέλνερ[41] υποστηρίζει ότι τα κράτη αυτά που δημιουργήθηκαν μεταξύ 1878 και 1919 στην Ανατολική Ευρώπη δεν θεμελίωσαν την ύπαρξή τους σε μια πολιτική αρχή όπως αυτά της Δυτικής Ευρώπης αλλά «επικαλεστήκαν το τίτλο του έθνους ως νομιμοποιούσας αρχής , η εθνοτική όμως ποικιλία και άρα οι συγκρούσεις δεν τις στοίχειωναν λιγότερο από όσο τις αυτοκρατορικές προκατόχους τους».[42] Για τούτο και ηττήθηκαν μια γενιά περίπου μετά την συγκρότησή τους.(1939)

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι αναίρεσαν δύο νομιμοποιητικά στοιχεία της πολιτικής του νεότευκτου Σερβικού κράτους:[43] την αρχή της εθνικότητας και την αρχή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η επίθεση στην Αλβανία και τη Μακεδονία απέδειξε ότι ο Σερβικός εθνικισμός δεν ήταν μόνον αλυτρωτικός αλλά και επεκτατικός. Την περίοδο αυτή επιδεινώθηκαν οι σχέσεις μεταξύ της Σερβίας και της Αυστροουγγαρίας. Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος δύο εκατομμύρια Σέρβοι ζούσαν στην επικράτεια της αυτοκρατορίας αυτής. Η Σερβία είχε 4.5 εκατομμύρια κατοίκους. Οι Κροάτες και οι Μουσουλμάνοι της αυτοκρατορίας πολέμησαν ενάντια στη Σερβία. Η Σερβία ηττήθηκε και συνθηκολόγησε. Η περίφημη δήλωση της Κέρκυρας (1917) καθάρισε το τοπίο. Η Σερβία θα ήταν μια συνταγματική μοναρχία υπό τους Καραγεώργεβιτς. Την ίδια περίοδο οι Κροάτες κινούνταν και αυτοί για τη διεκδίκηση της αναγνώρισης της δικής τους ανεξαρτησίας με τη «Δήλωση του Μαΐου» στο Αυστριακό κοινοβούλιο.

Το Βελιγράδι ελευθερώθηκε το 1918. Το Εθνικό Συμβούλιο των Σλοβένων, Κροατών και Σέρβων συγκροτήθηκε το 1918 στο Ζάγκρεμπ. Διέκοψε τις σχέσεις με τη μοναρχία των Αψβούργων και έδωσε τη διέξοδο στην ανάδυση μιας νέας κρατικής οντότητας που θα ένωνε τους Σέρβους, τους Σλοβένους και τους Κροάτες. Στις 13 Νοεμβρίου 1918 προσχώρησε και το Μαυροβούνιο στην οντότητα αυτή η οποία αναγνωρίσθηκε τελικώς από τη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού στα μέσα στου 1919 ως Γιουγκοσλαβία.

2η Περίοδος: 1919 - 1939

«Η ιδέα συγκροτήσεως μιας ένωσης των Νοτίων Σλαύων (Γιουγκοσλαβία) έχει τις απαρχές της στα 1830 και σχετίζεται με το Ιλλυρικό κίνημα. Το κίνημα αυτό δεν ήταν κατεξοχήν σερβικών καταβολών, αντίθετα υπέστη κροατικές επιρροές, θεμελιώνεται δε στη γλώσσα και στον πολιτισμό, σύμφωνα με τον επίσκοπο Κροατίας Στρόσμάγιερ.»[44] Οι εξεγέρσεις των Σέρβων υπό τον Καραγιώργεβιτς το 1804 και υπό τον Μίλος Ομπρένοβιτς το 1814 είχαν τον ίδιο στόχο, την ενοποίηση των σλαβικών φύλων υπό διαφορετική όμως μορφή.

Η ηρεμία στη Γιουγκοσλαβική κρατική οντότητα δεν θα είναι χαρακτηριστικό των δύο δεκαετιών του Μεσοπολέμου. Μεταξύ 1919 και 1939 ο Σερβικός εθνικισμός προσπάθησε να νομιμοποιήσει μια υπεροχή απέναντι των άλλων εθνοτήτων στη βάση των πολεμικών θυσιών του κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Σε ένα ομοσπονδιακό κράτος όμως η κεντρική διοίκηση οφείλει να αποκεντρώνεται βάσει της ισοτίμου συμμετοχής των κρατών – μελών σε όλες τις διαδικασίες, οικονομικές και κοινωνικές. Αυτό δεν συνέβη στη Γιουγκοσλαβία. Τον Ιούνιο του 1928 ένας Μαυροβούνιος βουλευτής, ο Punisa Racic δολοφόνησε τον αρχηγό του κροατικού Αγροτικού κόμματος Stjepan Radic[45]. Αυτές οι διενέξεις αποτέλεσαν τις περίφημες ημιτελείς υποθέσεις του Χόμπσμπαουμ.

Ο Σερβικός εθνικισμός επιχείρησε την περίοδο αυτή να θέσει τις ορθόδοξες εκκλησίες υπό την πνευματική και διοικητική εποπτεία της Σερβικής εκκλησίας. Αυτό φανερώνει την εργαλειακή χρήση της θρησκείας από την εθνικιστική ιδεολογία. Το Σερβικό εθνικιστικό κίνημα αυτονομήθηκε από τις αρχικές πηγές - παραδοχές του φιλελευθερισμού και μεταλλάχθηκε σε πρόταση μονοπώλησης της κρατικής εξουσίας σε ένα ομοσπονδιακό κράτος. Η Σερβική ελίτ ταύτισε την ύπαρξή της με την αναγκαιότητα δημιουργίας μιας κρατικής κυρίαρχης ιδεολογίας. Στο πλαίσιο διάχυσης αυτής της ιδεολογίας δεν υπήρχαν εθνότητες αλλά μόνον μειονότητες. Η συνοχή του κράτους της Γιουγκοσλαβίας έπρεπε να διατηρηθεί.

Η θέση των Σέρβων στα εδάφη που ενοποιήθηκαν το 1918 είχε αλλάξει δραματικά. Από μια μειονότητα κατέστησαν κυρίαρχη εθνότητα. Ταύτισαν τον εαυτό τους με το κοινό μέλλον της Γιουγκοσλαβίας. Η ολοκλήρωση του Σερβικού εθνικισμού είχε βρει πεδίο δόξης λαμπρό. Ο Σερβικός εθνικισμός αενάως ολοκληρούται αλλά μηδέποτε τελειούται. Αυτό καταφαίνεται στη συνύπαρξη των Σέρβων με τους Κροάτες και τους Βόσνιους στις περιοχές εκτός της Σερβίας.[46] Η κυρίαρχη ιδεολογία του Γιουγκοσλαβικού κράτους θεωρούσε όλες τις άλλες εθνότητες ως ευρισκόμενες σε Σερβικό έδαφος και για τούτο έπρεπε να αφομοιωθούν και να προσαρμοσθούν στη σερβική εθνικιστική ιδεολογία.

Ο Σερβικός εθνικισμός τη περίοδο αυτή καθίσταται αφομοιωτικός πολιτιστικά. Το κράτος ως φορέας της έννομης βίας, ως πολιτική κατηγορία θεωρήθηκε ως εργαλείο του Σερβικού εθνικισμού. Η εξιδανίκευση του ηρωϊκού παρελθόντος των Σέρβων δημιούργησε εντάσεις αλλά και μια παρέκκλιση από το δυτικό – συνταγματικό διοικητικό πρότυπο. Στη διαδικασία αυτή, τα κοινωνικά στρώματα των εθνοτήτων της Γιουγκοσλαβίας δεν αφυπνίσθηκαν όσον αφορά την ταξική τους συνείδηση αλλά παρέμειναν δέσμια της εσωτερικής διένεξης για τη νομή της ομοσπονδιακής εξουσίας. Μεταξύ του βορά και του νότου της Γιουγκοσλαβίας υπήρχε ένα χάσμα στην οικονομική ανάπτυξη. Αυτό αιτιολογείται στη σχέση της δυτικό-ευρωπαϊκής κουλτούρας με το βορά και της οθωμανικής – ανατολικής κουλτούρας με το νότο.

Οι Σέρβοι δεν επιδίωξαν απλώς να διατηρήσουν τις παραδόσεις τους και την ιδιαιτερότητά τους αλλά να εξαπλώσουν και να κάνουν αποδεκτή τη Σερβική ταυτότητα. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν η άνιση ανάπτυξη μιας κρατικιστικής ιδεολογίας σε σχέση με την εκτός του Σερβικού κράτους εθνικιστική ιδεολογία. Το κράτος προπορευόταν του έθνους. Αυτή είναι η θεμελιώδης μετάλλαξη του Σερβικού εθνικισμού στον Μεσοπόλεμο και μετά. Οι ανταγωνισμοί μεταξύ των εθνοτήτων εντάθηκαν μετά την συγκρότηση της Γιουγκοσλαβίας. Ερχόμενοι σε επαφή οι λαοί αυτοί κατασκεύασαν αρτιότερα την εθνικιστική τους ιδεολογία.

Στο μεταξύ μια οικονομική πτώχευση το 1933 αποκάλυψε τις αδυναμίες και ελλείψεις της κρατικής οργάνωσης. Η Γιουγκοσλαβική κρατική οντότητα είχε ως πρότυπο το Γαλλικό διοικητικό σχήμα. Ο δευτερογενής Σερβικός εθνικισμός προσκολλήθηκε στα Γαλλικά πρότυπα μετά το 1917. Την ίδια περίοδο (1920) έκανε την εμφάνισή του το Κομμουνιστικό κόμμα της Γιουγκοσλαβίας. Οι κομμουνιστές επιδίωκαν ένα ενιαίο ομόσπονδο κράτος[47] αποδοκιμάζοντας τον κροατικό εθνικισμό ως μπουρζουάδικη αντίδραση στον στόχο δημιουργίας μιας Γιουγκοσλαβικής Σοβιετικής Δημοκρατίας των Εργατών και των Αγροτών. Ένας άνθρωπος ονομαζόμενος Τίτο, ο Γιόσιπ Μπροζ, πήρε μέρος στο 4ο Συνέδριο του κομμουνιστικού κόμματος της Γιουγκοσλαβίας.

Η υπογραφή από το επίσημο Γιουγκοσλαβικό κράτος μιας ανακωχής με τις δυνάμεις του Άξονα την 25η Μαρτίου 1941 δεν έγινε αποδεκτή από το στρατηγό Σίμοβιτς και μετά από διαδηλώσεις και ταραχές την 6η Απριλίου 1941 η Γιουγκοσλαβία ήταν σε πόλεμο με τη Γερμανία.

3η περίοδος: 1939 – 1989

Ακόμη και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου οι Γιουγκοσλαβικές εθνότητες πολεμούσαν μεταξύ τους.[48] Στον ανταρτοπόλεμο εναντίον των Γερμανών συμμετείχαν δύο διαφορετικές ως προς την ιδεολογία ομάδες, οι Partisans και οι Chetniks. Οι ομάδες αυτές πολεμούσαν και μεταξύ τους και με τους Γερμανούς. Οι πρώτοι πάλευαν για την επικράτηση του κομμουνισμού στη χώρα.[49]

Κατά τη διάρκεια της αντίστασης των Γιουγκοσλάβων στον Άξονα οι κομμουνιστές διαθέτοντας καλύτερη οργάνωση κατέλαβαν την εξουσία με επικεφαλής τον Τίτο. Προφανώς η ελίτ εξωθήθηκε να ασπασθεί την αριστερή ιδεολογία από τη στιγμή που ο Τίτο είχε και την υποστήριξη της Ρωσίας του Στάλιν. Οι ψυχροπολεμικοί συσχετισμοί μετά το πόλεμο διαμόρφωσαν τόσο τη δομή και την οργάνωση της Γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας όσο και το βαθμό της επιρροής της Σερβικής εθνικιστικής ιδεολογίας μέσα σε αυτή την ομοσπονδία.

Στο μεταπολεμικό σχεδιασμό η Γιουγκοσλαβία χαρακτηρίσθηκε περιοχή 50 – 50 όσο αφορά στην επιρροή των δύο ιδεολογικών στρατοπέδων. Για τούτο και το οργανωτικό παράδειγμα δομήθηκε κατά παρέκκλιση του προτύπου των δορυφόρων – κρατών της ΕΣΣΔ. Η Γιουγκοσλαβική κοινωνία την περίοδο αυτή μεταμορφώθηκε από αγροτική σε βιομηχανική. Ο Σερβικός εθνικισμός χρησιμοποιεί τώρα την εκβιομηχάνιση και τον εκσυγχρονισμό για να λειτουργήσει αφομοιωτικά. Το παράδοξο είναι πως οι άλλοι εθνικισμοί, ο Κροατικός ή ο Σλοβενικός δεν είχαν την πλαστικότητα στο νέο μεταπολεμικό καθεστώς να δομήσουν μια κυρίαρχη εθνικιστική ιδεολογία η οποία να υπερισχύει αυτής των Σέρβων.

Ο Σερβικός εθνικισμός της περιόδου αυτής περνά μέσα από την Κομμουνιστική Διεθνή και τη σχέση της με την διεθνή πολιτική σκηνή. Ίσως για το λόγο αυτό οι Σέρβοι αποδείχθηκαν ικανότεροι. Η παραδοσιακή σχέση τους με την ανατολική και όχι τη δυτική παράδοση τους βοήθησε να συνεργασθούν με τη Ρωσία και να αποκομίσουν οφέλη. Η αμερικανική πολιτική του containment (περικύκλωσης) της ΕΣΣΔ από φίλα προς το Δυτικό στρατόπεδο κράτη είδε στη Γιουγκοσλαβία μια ευκαιρία στο μαλακό υπογάστριο της ΕΣΣΔ. Η παροχή οικονομικής βοήθειας από τη Δύση προς τη Γιουγκοσλαβία δεν ήταν αποτέλεσμα μόνον της διαπραγματευτικής και διπλωματικής δεινότητας μιας χαρισματικής προσωπικότητας όπως ο Τίτο.

Ο Τιτοϊσμός πρόβαλε το δόγμα της αυτοκυβερνήσεως[50] ως μια ενδιάμεση θέση μεταξύ κομμουνισμού και καπιταλισμού. Μέσα στην ατμόσφαιρα αυτή οι Σέρβοι είχαν καταφέρει πάλι να κυριαρχήσουν σε όλα τα επίπεδα του δημόσιου βίου των Γιουγκοσλάβων. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η γλώσσα τους και η κουλτούρα τους είχαν πλαστικότητα και προσαρμοστικότητα σε σχέση με αυτές των άλλων εθνοτήτων. Η εξουσία οδηγεί τον πολιτισμό. Τον Μάρτιο του 1967 εκπρόσωποι της Κροατικής διανόησης διαμαρτυρήθηκαν για την μειωτική προς την κροατική γλώσσα πολιτική της κεντρικής κυβέρνησης.

Την περίοδο αυτή ο Σερβικός εθνικισμός χρησιμοποίησε αμέριμνος, λόγω της ύπαρξης των δύο ιδεολογικών στρατοπέδων, το κέλυφος της κεντρικής εξουσίας για να επιβληθεί πολιτισμικά, διοικητικά και στρατιωτικά. Τα προβλήματα όμως δεν άργησαν να έρθουν, ήδη λόγω των επιπτώσεων των δύο πετρελαϊκών κρίσεων της δεκαετίας του 1970. Το σύστημα σταδιακά κατέρρεε. Μειονότητες που εντάχθηκαν σε τεχνικώς συγκροτούμενα κράτη[51] επιδίωξαν την ανεξαρτησία τους. Τα κοινωνικά προβλήματα οξύνθηκαν και ο σοσιαλισμός δεν ήταν πια τόσο ελκυστικός. Όταν πέθανε ο Τίτο το 1980 ο δρόμος προς την απελευθέρωση του ασκού του Αιόλου άνοιξε. Άνοιξε και για τον Σερβικό εθνικισμό.

4η περίοδος: 1989 – 2006

«Από το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου μέχρι το 1989 οπότε και καταλύθηκαν τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης, οι άνθρωποι στη Γιουγκοσλαβία κυβερνήθηκαν κάτω από το ίδιο πολιτικό σύστημα».[52] Οι συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της αλλαγής του οικονομικού παραδείγματος όπως και οι πολιτειακές αλλαγές στα κράτη – δορυφόρους της ΕΣΣΔ αλλά και στην ίδια την ΕΣΣΔ επηρέασαν καταλυτικά το Γιουγκοσλαβικό πολιτικό σκηνικό.

Οι τάσεις αυτονόμησης των εθνικών κρατών – μελών της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας όπως εκφράζονταν στις αλλαγές των καθεστώτων στο Κοσσυφοπέδιο και τη Κροατία ήδη από τη δεκαετία του 1970 είχαν προκαλέσει τριγμούς στο οικοδόμημα. Η πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989 επέδρασε καταλυτικά και νέες ισχυρές τάσεις ανεξαρτητοποίησης των κρατών – μελών της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας εκφράσθηκαν με εξεγέρσεις. Ο Σερβικός εθνικισμός βρήκε μια αναπάντεχη ευκαιρία για να ξαναζωντανέψει το όραμά του για τη Μεγάλη Σερβία. Αυτό επιχείρησε να το πραγματοποιήσει με εθνοκαθάρσεις και συνεχείς μάχες από το 1990 έως το 1999. Το Κοσσυφοπέδιο, η Βοσνία – Ερζεγοβίνη έγιναν πεδία μαχών.

Η περίπτωση του Κοσσυφοπεδίου (1996 – 1998) αφορά στην υπεράσπιση από τους Σέρβους του μύθου του Κοσσυφοπεδίου (14ος αιώνας) οπότε θεωρούν ότι γεννήθηκε η ιδέα της Σερβίας ως έθνους ορθόδοξου απέναντι στο Ισλάμ. Ο μύθος αυτός μεταπλάσθηκε τώρα σε ιδεολόγημα εναντίον των Μουσουλμάνων.

Η περίπτωση της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης (1991- 1995) αφορά στην προσπάθεια του Σερβικού εθνικισμού να υπερασπίσει τον σερβικό πληθυσμό εκτός της Σερβίας.

Και στις δύο περιπτώσεις ο σερβικός εθνικισμός έχει παρουσιασθεί ως τοπικός εθνικισμός, ως ιδιόμορφος εθνικισμός ο οποίος δραστηριοποιείται στο πλαίσιο μιας σύνθεσης μεταξύ παγκοσμιοποίησης και έθνους – κράτους.[53]

Σε όλη τη πορεία του για ένα αιώνα ο Σερβικός εθνικισμός διατήρησε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά – κατηγορίες που συγκροτούν την ιδιομορφία του. Αυτά αφορούν στην ερμηνεία του υπό την έποψη της θρησκείας και της κουλτούρας. Αυτά θα εξετάσουμε στο 3ο κεφάλαιο.

3. Οι κατηγορίες και οι τυπολογίες του Σερβικού Εθνικισμού. Η εφαρμογή τους στη θρησκεία.

Ψυχολογική ερμηνεία – Συμβολισμοί – Θρησκεία.

Ειδικά στην περιοχή της Γιουγκοσλαβίας οι εντάσεις και οι διενέξεις μέχρι την κατάλυση του κράτους αυτού τη δεκαετία του 1990 είχαν ως αφορμή τουλάχιστον τις θρησκευτικές διαφορές. Οι διαφορές αυτές έρχονταν από παλαιά. Κατά τον 19ο αιώνα «ο καθολικός Κροάτης διέκρινε απόλυτα τον εαυτό του από τον Ορθόδοξο Σέρβο με τον οποίο μιλούσαν την ίδια λίγο – πολύ γλώσσα».[54] Πράγματι η θρησκεία αποτελεί έναν συνεκτικό δεσμό των κοινωνιών, ιδιαίτερα στην Ανατολική Ευρώπη. Οι κοινωνίες αυτές επειδή ήταν κατά βάση σε προβιομηχανικό στάδιο δεν είχαν αναπτύξει καινούριους θεσμούς συνοχής για τούτο και στηρίζονταν στη θρησκεία. Μέσω της αίσθησης του ανήκειν σε μια θρησκευτική κοινότητα οι πληθυσμοί αυτοί επιβεβαίωναν την ταυτότητά τους. Υφίστατο λοιπόν και μια ψυχολογική ανάγκη καταφυγής στη θρησκεία. Η θρησκεία είχε περιεχόμενο, παράδοση και τελετουργίες. Είχε σύμβολα αναγνωρίσιμα από όλα τα κοινωνικά στρώματα.

Πώς χρησιμοποιήθηκε όμως ο εθνικισμός στις περιοχές αυτές; Η κατασκευασμένη εθνικιστική ιδεολογία των Σέρβων, εν προκειμένω, θεμελίωσε στο θρησκευτικό υπόβαθρο τα αιτήματά της. Χρησιμοποιούμενη όμως η θρησκεία από την πολιτική μεταπλάθει το περιεχόμενό της και από εξω – κοσμικό καθίσταται εντός του κόσμου τούτου. Η συμβολική χρήση της θρησκείας από τον εθνικισμό βοήθησε στην ταύτιση του έθνους όχι με τη θρησκεία αλλά με την κοινωνία. Η εκκοσμίκευση της θρησκείας στην περίπτωση του Σερβικού εθνικισμού ενίσχυσε τις διαχωριστικές γραμμές που πάντοτε γνωρίζει να τοποθετεί ο εθνικισμός για να επιζήσει. Η θρησκεία και συγκεκριμένα η Ορθόδοξη Ανατολική αποτέλεσε εργαλείο χειραγώγησης του συναισθήματος των λαών. Στο σερβικό εθνικισμό η ένταση με την οποία ταυτιζόταν η θρησκευτική παράδοση με την αναγκαιότητα συγκρότησης μιας Μεγάλης Σερβίας ήταν χαρακτηριστική. Πως όμως μπορούμε να εξηγήσουμε τις εντάσεις μεταξύ πληθυσμών με ίδια θρησκευτική πίστη; Οι Κροάτες βέβαια μπορεί να ήταν Ρωμαιοκαθολικοί αλλά οι Βούλγαροι ήταν Ορθόδοξοι. Γιατί ο Σερβικός εθνικισμός εναντιώθηκε και στους δύο αυτούς λαούς;

Όταν ο εθνικισμός επιτύχει την ιδιοποίηση προς ίδιον όφελος των θρησκευτικών συναισθημάτων τότε ξεκινά μια διαδικασία απομυθοποίησης της θρησκείας από τα άτομα. Τα άτομα στον εθνικισμό πρέπει να δρουν ελεύθερα και ανεξάρτητα στη θρησκεία όμως είναι οι δούλοι του Θεού. Πως συμβιβάζεται αυτό στο Σερβικό εθνικισμό; Η επίδραση στο σημείο αυτό της δυτικής ορθολογικής σκέψης στην κατασκευή της εθνικιστικής ιδεολογίας περιορίζεται από το εύφορο ή άγονο έδαφος όπου θα σπαρθεί. Οι Σέρβοι εθνικιστές δεν είναι Βυζαντινοί που περιμένουν τους Σελτζούκους μέσα στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας με προσευχή. Δραστηριοποιούνται. Το «πάλι με χρόνια και καιρούς πάλι δικά μας θάναι» του ελληνικού – ορθόδοξου αλυτρωτισμού του 19ου αιώνα γίνεται ο μύθος του Κοσσυφοπεδίου του 14ου αιώνα στον Σερβικό εθνικισμό.

Η πολιτικοποίηση[55] της θρησκείας θεμελιώνει την εργαλειοποίησή της από την εθνικιστική Σερβική ιδεολογία. Η κατασκευή της Σερβικής ταυτότητας και η διαμόρφωση μιας Σερβικής εθνικής συνείδησης περνά και μέσα από τις διεργασίες ενός συλλογικού φαντασιακού (Άντερσον) το οποίο ενώνει και ταυτόχρονα χωρίζει. Μην ξεχνάμε ότι η εκπαίδευση με την οποία ο εθνικισμός – και ο Σερβικός – εξαπλώθηκε, στηρίχθηκε αρχικά στις εκκλησιαστικές δομές. Αυτό συνέβαινε τόσο στις δυτικές όσο και στις ανατολικές ευρωπαϊκές χώρες.

Ο Treitschke[56] υποστηρίζει ότι η ενότητα των πληθυσμών βασίζεται στην εθνικότητα. Ο όποιος νομικός δεσμός πρέπει να γίνει αντιληπτός και ως δεσμός αίματος, είτε φαντασιακός είτε πραγματικός. Αυτός ο δεσμός αίματος στον Σερβικό εθνικισμό εκφραζόταν οντολογικά μέσω της χρήσης της ορθόδοξης ανατολικής χριστιανοσύνης. Είναι πράγματι παράδοξο ότι μέσω του φαντασιακού του έθνους ενσαρκώνεται η αυτοσυνειδησία του έθνους.

Η αυτοσυνειδησία αυτή χρειάζεται συνεχώς αίμα για να τραφεί. Χρειάζεται να αγκαλιάζει και άλλους πληθυσμούς για να διατηρείται, για να αυτό- επιβεβαιώνεται. Ο Γκέλνερ στο σημείο αυτό μαζί με τον Ντυρκέμ παρατηρούν ότι η μεταφορά των θρησκευτικών συναισθημάτων από την εκκλησιαστική τελετουργία σε μια πολιτική τελετουργία συντελεί αναίμακτα στην ισχυροποίηση του εθνικιστικού ιδεολογήματος και επιτελεί τις ίδιες λειτουργίες κοινωνικής συνοχής. Ο σερβικός εθνικισμός θα μπορούσε να ερμηνευθεί και ως θεσμοποίηση ενός ψυχολογικού φαινομένου , της ανθρώπινης ανάγκης του ανήκειν σε μια κοινότητα.

Αυτή η κοινότητα δεν είναι απαραίτητα ένα εθνικό κράτος ιδρυθέν στα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα. Ο Σερβικός εθνικισμός ερείδεται στην αποδοχή μιας αρχαίας συνέχειας της Σερβικής παρουσίας στην ευρύτερη περιοχή. Στην περιοχή αυτή έδρασε η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία. Στα δόγματα της Εκκλησίας αυτής δεν υπάρχουν τάξεις και κοινωνικά στρώματα αλλά μόνον η έννοια του δούλου του Θεού εντασσόμενου σε μια κοινότητα. Ο άνθρωπος ξεχνά την προσωπικότητά του. Για τούτο και τη σερβική εθνικιστική ιδεολογία ασπάσθηκαν τόσο οι ελίτ όσο και οι φτωχές μάζες των Σέρβων αργότερα.

Ακόμη και τα Σερβικά εθνικιστικά σύμβολα όπως οι σημαίες παραπέμπουν σε κάτι από το ένδοξο μεσαιωνικό χριστιανικό παρελθόν των Σέρβων. Ο Σερβικός εθνικισμός χρησιμοποίησε θρησκευτικά σύμβολα όταν ακόμη η θρησκεία στην αγροτική Σερβική κοινωνία είχε σημαντική επιρροή. Ο εθνικισμός δεν είχε ανάγκη – σε πρωτο στάδιο μια πολιτική νομιμοποίηση[57] (κατά Χόμπσμπαουμ) αλλά μια θρησκευτική. Η αίσθηση της αιώνιας ζωής μέσα από την οντολογική συμμετοχή στο έθνος δεν είχε ακόμη καταστεί αντικείμενο εκκοσμίκευσης γιατί οι περιοχές που δρούσε ο Σερβικός εθνικισμός ήταν ακόμη αγροτικές. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρχαν στο προσκήνιο οι διαμεσολαβήσεις του κράτους και της εκβιομηχάνισης.

Ο Σμιθ[58] αντιμετωπίζει τα συμπλέγματα των μύθων – συμβόλων ως πολιτισμικές δομές που οροθέτησαν τις μορφές ιδεολογικής κατίσχυσης των ελίτ αδιάφορο εάν αυτές αντιπροσωπεύουν την εννοιολόγηση του σύγχρονου εθνικισμού. Στη περίπτωση του Σερβικού εθνικισμού θα λέγαμε ότι πράγματι οι Σερβικές ελίτ προώθησαν τις κατασκευασμένες πολιτιστικές μυθολογίες δημιουργώντας και οροθετώντας κατά τον τρόπο αυτό τον νεότερο Σερβικό εθνικισμό.

Το σύνδρομο του «εμείς – αυτοί» χαρακτηρίζεται από παραίτηση από την υποκειμενικότητα, αποδοχή μιας ομοιομορφίας ανυπαρξία ανεκτικότητας, υποβάθμιση του ορθολογισμού και συναισθηματισμό που φθάνει μέχρι την υιοθέτηση μιας ανευθυνότητας.[59] Το φαινόμενο της υιοθέτησης μιας μυθολογίας του σερβικού εθνικισμού είναι κάτι που αφορά τόσο στο υποκείμενο όσο και στην κοινότητα. Αποτελεί μια σύζευξη της εκπαίδευσης – μάθησης του υποκειμένου στην αφομοίωση των μυθολογικών πραγματικοτήτων (sic) που προβάλλονται και υιοθετούνται από την κοινότητα.

Το Ισλάμ ήταν για τον Σερβικό εθνικισμό ο απαραίτητος «άλλος».[60] Στο πλαίσιο της Γιουγκοσλαβικής κρατικής οντότητας ο Σερβικός εθνικισμός επινόησε την έννοια της Σερβικής καθαρότητας απέναντι στους «άλλους» στις μειονότητες. Η αποθέωση αυτής της πολιτικής συνέβη μετά τη πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων το 1989 και τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας οπότε και μεταβλήθηκε σε εθνικισμό τοπικής επέκτασης και ενοποίησης με τα εδάφη όπου κατοικούσαν «αδελφοί Σέρβοι».

4. Το μέλλον του Σερβικού εθνικισμού

Ο Σερβικός εθνικισμός αδιάκριτα εάν ολοκλήρωσε (sic) το έργο του τη δεκαετία του 1990 παραμένει ένας τοπικός εθνικισμός. Η ένταξη της Σερβίας στην ευρωπαϊκή υπερεθνική οντότητα θα εξαρτηθεί από την διατήρηση καλών σχέσεων γειτονίας με τις άλλες κρατικές οντότητες όπως το Μαυροβούνιο, τη Μακεδονία, την Κροατία, τη Βοσνία Ερζεγοβίνη.

Πράγματι οι εθνοκαθάρσεις και οι πόλεμοι μεταξύ της Σερβίας και των γειτονικών της εθνικοτήτων αποτέλεσαν μια άκομψη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων της περιόδου 1919 – 1921. Η παγκοσμιοποιημένη κοινωνία δεν ανέχεται τώρα σφαγές αμάχων και επίκληση ιδεολογημάτων που φανερώνουν εσωστρέφεια. Βέβαια ανέχεται σφαγές αμάχων στο όνομα της διεθνούς δικαιοσύνης.

«Η πλανητική εποχή εγκαινίασε μια νέα γεωμετρία της οικονομικής πολιτικής και συμβολικής εξουσίας, με νέους θύτες και θύματα»[61] Η νέα εγελιανή σύνθεση ενότητα στην διαφορά, τοπικό και παγκόσμιο απορίας άξιον είναι εάν θα οδηγήσει από μια παραδοσιακή μορφή εθνικισμών που δεν ανέχονται τη διαφορά σε μια μετα – νεωτερική παγκόσμια και υπερεθνική κατανομή εξουσίας που δεν ανέχεται την ελευθερία.

Η πορεία ή η εξάλειψη του Σερβικού εθινκισμού και όλων των εθνικισμών κατ΄επέκταση θα κριθεί περισσότερο από παγκόσμιας εμβέλειας γεγονότα που σχετίζονται με τις προτιμήσεις των διεθνών ελιτ παρά με τοπικού χαρακτήρα εσωστρεφείς – φολκλόρ αντιλήψεις.

4. Βιβλιογραφία.

- Μ Άντερσον, Φαντασιακές Κοινότητες, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1997
- Μ. Βέμπερ, Οικονομία και Κοινωνία, τόμοι 1-3 εκδόσεις Σαβάλλας, Αθήνα 2009
- Έρνεστ Γκέλνερ , Έθνη και Εθνικισμός, 2η έκδοση, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1992
- Νικολάου Δεμερτζή, Ο Λόγος του Εθνικισμού, Αθήνα 1996
- Ντούσαν Κεσμάνοβιτς, Ethnic Times: Exploring Ethnonationalism in the Former Yugoslavia, Praeger, 2009
- Παντελή Λέκκα, Η εθνικιστική ιδεολογία, εκδόσεις Κατάρτι, Αθήνα 1996
- Μ. Mann, Οι πηγές της κοινωνικής εξουσίας, τόμος Β΄ εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2009
- Ι. Μπερλίν, Τρεις Κριτικοί του Διαφωτισμού, εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2002
- Α. Σμιθ, Μύθοι και Μνήμες του Έθνους, Oxford University Press, London 2000
- Άντονι Σμιθ, Εθνικισμός και Μοντερνισμός, εκδόσεις Routledge, 1998
- Φρεντ Σίνγκλετον, A short history of the Yugoslav Peoples, Cambridge University Press, 1985
- Βλάσιου Φειδά, Το Βυζάντιο, Πανεπιστημιακές Παραδόσεις 1992, Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ
- Ε. Χόμπσμπάουμ, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Αθήνα 1994
- Ε. Χόμπσμπαουμ, Η εποχή των άκρων, εκδόσεις Θεμέλιο Αθήνα 2002
- Ε. Χόμπσμπαουμ , Η Εποχή των Επαναστάσεων, εκδόσεις ΜΙΕΤ. Αθήνα χχ.
- Leslie Benson, Yugoslavia: A concise history, Palgrave, 2003
- Sima Cirkovic, The Serbs, Blackwell 2004
- Montserrat Guibernau, Nationalisms: The Nation State and Nationalism in the Twentieth Century, Polity Press, 1995
- Brendan O’ Leary, «On the Nature of Nationalism: An Appraisal of Ernest Gellner’s Writings on Nationalism», 1997, Cambridge University Press, Journal of Political Science, 27, σελ: 191-222
- Rusmir Mahmutcehjic, Bosnia the Good: Tolerance and Tradition, Central European University press, 1985
- Kenneth Morrison, Montenegro: A modern history, 2008
- Oliver Zimmer, Nationalism in Europe: 1890 – 1940, Palgrave 2003

[...]


[1] Έρνεστ Γκέλνερ , Έθνη και Εθνικισμός, 2η έκδοση, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1992, σελ.: 13

[2] Νικολάου Δεμερτζή, Ο Λόγος του Εθνικισμού, Αθήνα 1996, σελ 228.

[3] Παντελή Λέκκα, Η εθνικιστική ιδεολογία, εκδόσεις Κατάρτι, Αθήνα 1996 σελ: 75.

[4] Ε. Χόμπσμπάουμ, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Αθήνα 1994 σελ: 28 και εξής

[5] Μ. Mann, Οι πηγές της κοινωνικής εξουσίας, τόμος Β΄ εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2009 κεφάλαιο Επτά (Η άνοδος των τάξεων και των εθνών) και εξής, σελ: 275 και εξής.

[6] Μ Άντερσον, Φαντασιακές Κοινότητες, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1997, σελ: 31 – 85.

[7] Α. Σμιθ, Μύθοι και Μνήμες του Έθνους, Oxford University Press, London 2000, σελ: 9 – 19.

[8] Αυτό υποστηρίζουν οι Χόμπσμπαουμ, Γκέλνερ και Σμίθ.

[9] Έ. Γκέλνερ, Έθνη και Εθνικισμός, σελ. 21

[10] Μ. Βέμπερ, Οικονομία και Κοινωνία, τόμοι 1-3 εκδόσεις Σαβάλλας, Αθήνα 2009. Ειδικότερα ο τόμος 1 κεφάλαιο ΙΙΙ και εξής.

[11] Έ. Γκέλνερ, Έθνη και Εθνικισμός, σελ 20.

[12] Ι. Μπερλίν, Τρεις Κριτικοί του Διαφωτισμού, εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2002, σελ: 408 - 503

[13] Άντονι Σμιθ, Εθνικισμός και Μοντερνισμός, σελ. 72

[14] Μπένεντικτ Άντερσον, Φαντασιακές Κοινότητες, Εισαγωγή, σελ: 21-28.

[15] Έ. Γκέλνερ, Έθνη και Εθνικισμός, σελ: 61 – 71.

[16] Έ. Γκέλνερ, αυτόθι. σελ: 234 – 235.

[17] Άντονι Σμιθ, Εθνικισμός και Μοντερνισμός, σελ 92 – 93.

[18] Έ Γκέλνερ, Έθνη και Εθνικισμοί, σελ 172.

[19] Νικολάου Δεμερτζή, Ο Λόγος του Εθνικισμού, σελ. 244.

[20] Έ. Γκέλνερ, αυτόθι, σελ 220.

[21] Brendan O’ Leary, «On the Nature of Nationalism: An Appraisal of Ernest Gellner’s Writings on Nationalism», 1997, Cambridge University Press, Journal of Political Science, 27, σελ: 191-222.

[22] Άντονι Σμιθ, Εθνικισμός και Μοντερνισμός, εκδόσεις Routledge, 1998, σελ: 19

[23] Ε. Χόμπσμπαουμ, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, κεφάλαιο 1.

[24] Ερνέστος Ρενάν, Qu ‘ est – ce qu ΄ une nation ?, Παρίσι 1882

[25] Ε. Χόμπσμπαουμ, Η εποχή των άκρων, εκδόσεις Θεμέλιο Αθήνα 2002, σελ: 109 και εξής (κεφάλαιο 4)

[26] Brendan O’ Leary, ibid. 217

[27] Παντελή Λέκκα, Η εθνικιστική ιδεολογία, σελ. 96.

[28] Νικόλαου Δεμερτζή, Ο Λόγος του Εθνικισμού, Αθήνα 1996, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ: 218.

[29] Νικολάου Δεμερτζή, Ο Λόγος του Εθνικισμού, σελ. 225 και εξής.

[30] Έρνεστ Γκέλνερ, Κουλτούρα, Ταυτότητα και Πολιτική, Cambridge University Press, 1999, σελ 8.

[31] Άντονι Σμιθ, Εθνικισμός και Μοντερνισμός, σελ 29.

[32] Leslie Benson, Yugoslavia: A concise history, Palgrave, 2003 24-35.

[33] Montserrat Guibernau, Nationalisms: The Nation State and Nationalism in the Twentieth Century, Polity Press, 1995, σελ 3.

[34] Ας μας συγχωρηθεί η φράση : σημαντικότερων γεγονότων. Κατά συνθήκη θα χαρακτηρίσουμε ως σημαντικότερα τα γεγονότα αυτά που φανερώνουν πιο καθαρά – κατά την υποκειμενική μας γνώμη πάντοτε – την άνοδο του σερβικού εθνικισμού και την επίδραση του στην πολιτική κατάσταση της ευρύτερης περιοχής.

[35] Sima Cirkovic, The Serbs, Blackwell 2004, 208.

[36] Βλάσιου Φειδά, Το Βυζάντιο, Πανεπιστημιακές Παραδόσεις 1992, Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ

[37] The Serbs, 208.

[38] The Serbs, 225.

[39] Kenneth Morrison, Montenegro: A modern history, 2008, σελ: 28

[40] Ε. Χόμπσμπαουμ , Η Εποχή των Επαναστάσεων, εκδόσεις ΜΙΕΤ. Αθήνα χχ.

[41] Έ. Γκέλνερ, Έθνη και Εθνικισμός, σελ 262.

[42] Έ. Γκέλνερ, Έθνη και Εθνικισμός, σ ελ 264.

[43] The Serbs, 245.

[44] Kenneth Morrison, Montenegro: A modern history, σελ. 40.Το Μαυροβούνιο ευρισκόμενο κάτω από Οθωμανική κυριαρχία θεωρούσε ότι ήταν ο διάδοχος του μεσαιωνικού Σερβικού βασιλείου. Η αντίληψη αυτή, μετά τη συγκρότηση του Σερβικού κράτους το 1878, παρήκμασε. Ο στρατηγικός εταίρος της Ρωσίας ήταν η Σερβία και όχι το Μαυροβούνιο.

[45] Montenegro: A modern history, σελ: 48

[46] The Serbs, σελ: 260.

[47] Λέσλι Μπένσον, Yugoslavia: A Concise History, σελ 33

[48] Yugoslavia: A Concise History σελ: 73

[49] Η κατάσταση αυτή μας θυμίζει τον Ελληνικό εμφύλιο 1945 – 1948.

[50] Yugoslavia: A Concise History σελ: 97

[51] Montserrat Guibernau, Nationalisms, Polity Press, 44

[52] Φρεντ Σίνγκλετον, A short history of the Yugoslav Peoples, Cambridge University Press, σελ: 284.

[53] Νικολάου Δεμερτζή, Ο Λόγος του Εθνικισμού σελ: 108 και εξής.

[54] Παντελή Λέκκα, Η εθνικιστική ιδεολογία, σελ 161.

[55] Παντελή Λέκκα, Η εθνικιστική ιδεολογία, σελ 174.

[56] Montserrat Guibernau, Nationalisms, Polity Press, σελ 11.

[57] Oliver Zimmer, Nationalism in Europe: 1890 – 1940, Palgrave, 13.

[58] Άντονι Σμιθ, Εθνικισμός και Μοντερνισμός, Εισαγωγή.

[59] Ντούσαν Κεσμανοβιτς, Ethnic Times: Exploring Ethnonationalism in the Former Yugoslavia, Praeger, σελ. 70.

[60] Rusmir Mahmutcehjic, Bosnia the Good: Tolerance and Tradition, Central European University press, σελ 190.

[61] Νίκου Δεμερτζή, Ο Λόγος του Εθνικισμού, σελ. 20.

Details

Seiten
39
Jahr
2011
ISBN (Buch)
9783640963669
Dateigröße
580 KB
Sprache
Griechisch
Katalognummer
v175321
Institution / Hochschule
Panteion University, Athen – POLITICAL THEORY DEPARTMENT
Note

Autor

Teilen

Zurück

Titel: Ο Σερβικός Εθνικισμός από το 1878 έως το 2006